peireas1.jpg

Ίσως να ήταν η πιο αντιφατική μορφή της ελληνικής δημοσιογραφίας. Οι κριτικές του, για το ανατρεπτικό τους περιεχόμενο και το θάρρος της αλήθειας τους, να μείνουν ως υπόδειγμα για αυτούς που στο μέλλον θα ασχοληθούν με πέννα τρυφερά αιχμηρή προς αυτούς που ολοφάνερα θα διεκδικήσουν με τις γλυκανάλατες ρίμες τους της πρώτες θέσεις τις Ποίησης.

Ίσως τα ολιγάριθμα σε ποσότητα, ύψιστα σε ποιότητα ποιήματα του, να μην ανθολογήθηκαν από κανέναν Αποστολίδη ανά τα χρόνια, με τις φωτεινότερες άκρως δυσανάλογες με την ζωή του, επιγραφές, πόσο μάλλον μιας ελλιπής ανθολογίας ποιητών του μεσοπολέμου υπό την εποπτεία του Σωτήρη Τριβίζά ακόμα και μιας εξαιρετικής χαμηλής φωνής… και αν δεν είχαν βρεθεί οι ντομένικα να μελοποιήσουν μερικά εξ αυτών, θα ήταν ξεχασμένα στα περιοδικά που τα δημοσίευσε και σʼ ένα βιβλιάριο που μοιάζει ανύπαρκτο ως προς την ζήτηση του και θα τολμούσα να πω και ως προς την προσφορά του, των εκδόσεων «πρόσπερος», του Τάσου Κορφή.

Ίσως οι μεταφράσεις του να πέσουν σε λήθη όπως και οι μεταφραζόμενοι ποιητές, ακόμα και για τους μυημένους στα κανάλια της ποίησης.

Στα υποκειμενικά παραπάνω εξαρτάται ένα είναι σίγουρο. Πως η αισθαντική εκείνη παρέα θα μείνει χαραγμένοι στο πάνθεον των ποιητών εκείνων που όχι μόνο είχαν την ευκολία γράφουν έντεχνα στίχους αλλά και να δουν τη δόξα τους και την παρακμή του ως Ποίημα δεν έχει δικαίωμα να το κρίνει κανείς άλλος έκτος από τους συνωμότες.

Αλητείας ωδή… ή αλλιώς ένα εντελώς επαγγελματικό «Φεγγάρι» όμοιο με εκείνο του Μπερτολούτσι, που σκιαγραφεί, – δεν φωτίζει, δεν προσεγγίζει, δεν αγκαλιάζει- το παράλογο φαινομενικά δρομολόγιο, του κλείνω τεύχος, φεύγω από την οδό Λέκκα, όπου έδρευαν τα γραφεία του Μπουκέτου και πάω να γίνω. .. αναπάντητη η τελευταία λέξη….

Ο εφιάλτης του ονείρου κατά τον Τράκλ, προσπάθησε να βρει ίαση στο τμήμα τοξικομανών του δημοσίου ψυχιατρείου αλλά χωνευτέ το: η πρέζα είναι δόλωμα που γίνεται δόλος. Πάντα, υποχρεωτικά και για όλους.

Στο μεσοδιάστημα της επιτυχίας και της ξεφτίλας. Από την Ύδρα του 1900 έως την εμπόλεμη Αθήνα του 19943, το μόνο που έμεινε είναι η πιάτσα. Η δημοσιογραφική και αυτή των οπιούχων. Το απόγειο και το ερείπιο. Α! και ξεπούλημα για να ικανοποιήσει την τέρψη του.

Το να διακριθείς στην δημοσιογραφία τον μεσοπόλεμο, είναι το απόγειο που μπορεί να κατακτήσεις. Το να κάνεις την αποτυχία σου ποίηση είναι το ιδεατό.

Ο Παπανικολάου φιλοφυλικός και κατατρεγμένος από τα πάθη του, δεν είχε στο νου του την Ιθάκη. Την περιείχε. Και δεν μιλάω για το νησί του που πάντα περιγράφει με νοσταλγία. Το άβατον για εκείνον ήταν η πελαγοδρόμηση της τελευταίας ημέρας. Και από το νησί του, και από τους φίλους του, και από τις πικρόχολες κριτικές που έγραψε, ( εναντιώθηκε ακόμα και στον Λαπαθιώτη) και από την εφημερίδα, και από την ειδική πτέρυγα του ψυχιατρείου και από το σπίτι του, και από το σπίτι της μάνας του, και κυρίως εκείνη την πικρίλα και την επιβράδυνση της αναπνοής που ένιωσε όταν ρούφηξε την σκόνη και δεν έμεινε τίποτα. Ούτε η δικαιωματική ψυχική διαταραχή που την επέλεξε. Την άλλη μέρα νεκροφόρα ήταν το καρότσι του δήμου…… Οκτώβρης του 1943.

Υ.σ. Το γαμώτο της υπόθεσης είναι ότι δεν είναι ο μόνος