(Θεόδωρος Μπασιάκος, μαύρα μάτια, Πλανόδιον, 2006)

Gypsy Camp, Trento Italy (1985), by Gianni Berengo Gardin

ΤΟ ΓΡΑΨΙΜΟ
Γράφω θα πει δρόμος
(κι αντίστροφα…)
θα πει δρόμο παίρνω και δρόμο αφίνω
θα πει γυρνάω
περπάτημα
δημοσιές
σταυροδρόμια
θα πει
τόποι / σταθμοί / πολιτείες / άνθρωποι
μουσικές των ανθρώπων

Γράφω θα πει δρόμοι της μουσικής
και της αγάπης.

ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ
Οι γυναίκες,
η μουσική
και το άγιο οινόπνευμα.

ΚΟΝΙΑΚ
Στη γνωστή μας υπόγα πάλε τα πίνω
Για το ψεύτη ντουνιά καπίκι δε δίνω

Κι απόψε όπως ψες κι όπως κάθε βράδυ
Γλυκεία γκαρσόνα κερνά με — μπράντυ

Ω Μούσα!
με μάτια τσακπίνικα, σινάμενα οπίσθια
Ποια για χάρη σου ρίμα να παίξω
— τα… λοίσθια; τα… ημερομίσθια;

100 κούπες ήπια κ’ 100 κούπες έχω σπάσει
κ’ 100 σουρωμένα σονέτα έχω γράψει

Ω Μούσα! ρούσα ξανθομαλλούσα
πανώρια ασκημούλα και πεταχτούλα
Για τα σε!
κ’ οι παρόλες μου, και τα λιλιά μου — κι ούλα!

Τ’ ΩΡΑΙΟΤΕΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΓΑΠΗΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Το στήθος σου
το σχεδόν αγορίστικο στήθος σου
το λευκό σαν τοπίο χιονισμένο στήθος σου
έτσι προβάλλει καθώς ξεκουμπώνεσαι
σα δρόμος της Μόσχας
πού
κουρελής
και στρεκλώντας
μεθυσμένος παλιάτσος
ο Καραντάς
στο ‘να χέρι το στραπατσαρισμένο καπέλο του
στ’ άλλο ένα τριαντάφυλλο
κόκκινο
τριαντάφυλλο της φωτιάς
τριαντάφυλλο του αίματος
τριαντάφυλλο του ερωτά
τριαντάφυλλο της επανάστασης
το
εναποθέτει στο ντεκολτέ σου.

ALLEGRO CON FALSO

Είμαι Βαλκάνιος
Άγριος
Τυραννοανασκολοπιστής
άναντάν παπαντάν
Για αίμα ψοφάω’ και σεξ
(ψοφάω σου λέω
γι’ αυτό ζω)

Εγώ — κόκκορας!
μέσ’ στ’ άγρια χαράματα
ξυπνάω, να τραγουδήσω

Εγώ — κόκκορας!
τη μέρα 2, 3 βολές
το χαρέμι μου κανονίζω

Άμα πίνω πίνω
για να μεθύσω μόνο

Στο λαιμό μου
το ξουράφι του βάνει ό μπαρμπέρης
Χ ρ ρ ρ ά τ ς ! καί μου την ανάβει
Πεθαίνω! όμως πεθαίνω γελώντας

(Σκουλίκια — τα τρώγω!
δε με τρώνε… )

ΟΜΗΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΡ. 11
Η γραβάτα του Γιεσένιν στο λαιμό μιανοϋ σκύλου
Η σκιά των παιδιών π’ αγαπιούνται μπρος στίς πόρτες
της νύχτας

Ένα φάλτσο ρεφρέν μιας μπάντας αόμματων κουρελήδων
στο σταυροδρόμι
— τζουμ πατρακ μπουμ (ί ι ι ι ί) μπουμ —

Ό κηλεπίδεσμος του φορτοεκφορτωτή
Μια λεκάνη ζεστό νερό για το ποδόλουτρο της πωλή¬-
Τριας

Ένα φάλτσο ρεφρέν…

Το καλάσνικωφ του μαχητή της αντίστασης στη Φα-
λούτζα
Ή πέτρα πού πετάει στα ελικόπτερα ο 8χρονος παλαι-
Στίνιος

Ένα φάλτσο ρεφρέν…

ΤΟ ΜΕΘΥΣΙ ΤΟΥ ΒΑΣΚΟ ΠΟΠΑ
Βάρα / καρδιά
ταμπούρλο // δώσ’ το ρυθμό
Κλάψε βιολί
ΐ ι ι ι ι ι ι ι ι ι ι ί

άκου!-
Τις μουσικές τις αγαπάμε εμείς
Βιολί
Ταμπούρλο
σπασμέ νογυα λ ίσ τάπλακ άκ ια
κ’ αίμα κομμ(έ)νες φλέβες
ρ°
δο
πέ
τα
λα
(σκόρπια)
από κλεμμένο ρόδο
— το αίμα μου-

Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
Α΄
Ησυχία παρακαλώ
Ό μακαρίτης απεχθανότανε το θόρυβο

Όσοι θέτε να λέγεστε φίλοι μου
το μνημούρι ποτίστε ρακί / ή κονιάκ
και καθίστε ‘δώ μαζί μου λιγάκι
να πιούμε και να κλάψουμε παρέα.

Β΄
«Δε χρειάζομαι ταφόπετρα…»
Μπ. Μπρεχτ

ούτε ‘γώ…
αλλά αν χρειάζεστε εσείς για μένα
μου φτάνει έμένανε τούτ’ ή γραφή:

«ΕΝΘΑΔΕ ΣΑΠΙΖΕΙ ΕΝ ΕΙΡΗΝΗι Ο ΜΑΕΣΤΡΟΣ»

στο νεκροταφείο
πιο καλά στην άκρη θάφτε με
έτσι όπως έζησα
κι ακόμα
πιο καλά στην άκρη εδώ του δρόμου
σ’ ένα σταυροδρόμι
σ’ ένα τρίστρατο

έξω από ‘να γύφτικο σκυλάδικο
του διεθνούς

(μεθυσμένοι οι γύφτοι όντας βγαίνουν
το μνημείο να ποτίζουν)

τέτοιο μνημούρι, μάλιστα, θα μας τιμούσε όλους.

Ο Θεόδωρος Μπασιάκος (Αθήνα, 1963), ζει στην Αμαλιάδα. Τα “μαύρα μάτια”, Πλανόδιον, 2006, είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή.