ΤΟ ʼΧΕ ΚΙ Ο ΤΕΛΒΕΣ ΓΡΑΜΜΕΝΟ

Στον Βαγγέλη Πρόντζα

Από το Ιόνιο
στην ενδοχώρα
με τα φραγκόσυκα,
να βρουν το Αιώνιο
επήραν φόρα·
– τα βρήκαν μπόσικα·

και από εμπλοκή
στα νιτερέσα
του κόντε-Σπέντζα,
σʼ ένα λακκί
πέσανε μέσα
και… Αντίο Γλαρέντζα.

Ποιος ναʼ ταν, άραγε;…
να ξεδιαλύνω…
Το αίμα θαν τού ʼπινα!…
Μα Εκειός εβάραγε
το μαντολίνο
μασώντας λούπινα.

Με τα μπατζού-
ρια κουφωμένα
στο μπουντουάρ της
η Καφετζού
μού ʼπε: «Βρέ, εσένα
σʼ έφταιγε ο χάρτης!

ʼΚει που περίμενες
νʼ αλλάξουν οι όροι,
κλέψαν τον πάπυρο!…»
Με δυο προκείμενες
κι ένα a priori
φτάσαμε στο άπειρο.

ΕΜΕΝΑ ΜΟΥ ΑΝΑΤΕΘΗΚΕ Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Στον Ερωτόκριτο Μωραΐτη

Του Μαγιακόφσκη στίχος μέγας!
Τον διάβασα παιδί, και μού ʼχει
στον νου μου σφηνωθεί. Βελούχι
να με ποτίζει, και (σαν Βέγας

πʼ αστράφτει) μέσα μου τον έχω.
Μα ο θαυμασμός στο φθόνο λήγει,
κι οι φθονητές δεν είνʼ και λίγοι –
και θέση ηγήτορος κατέχω

εγώ, που από εύνοια της τύχης
τεντώνω της λύρας τα νεύρα
με ρίμες που ψευτοεφεύρα,
σαν είταν χαμηλά ο πήχυς

των απαιτήσεων ακόμα.
Η λεξοφάμπρικα δική μου
ποθώ να γίνει, ενώ δοκίμου
πτυχίο καν δεν πήρα. Βρώμα

και δυσωδία των σκωλήκων
στο μέλλον ίσως καταντήσει
η ποιητική μου, πού ʼχει ντύσει
κοινοτοπίες με Κιλίκων

και Πάρθων ρούχα – ε, ναι, το ξέρω!
Τη φάμπρικα, όμως, τήνε θέλω!
(με ανάθεση ή και δίχως…) Μέλλω
να βγάνω λέξεις, να προφέρω

συμπάντων είδωλα, να λυώνω
μετάλλων ύλες… να ολισθαίνει
το μέτρο μου προς άλλα σθένη
με μόνο του οδηγό τον φθόνο

που νιώθω για τρανά μεγέθη
σαν του Βλαδίμηρου. Και ο Εσσένιν
μου αρέσει – τον φθονώ… Εις ξένην
γαιαν θα με θάψουνε τα φθόνια μου έθη…

NOTTURNO SOLOMIANO

Το πέλαγο είναι ολόστρωτο, λεπτότατος ο αγέρας,
κι από κοντά sorge la notte – è tenebría profonda·
μες στη γλαυκή τη σιγαλιά ξιπάζονται τα φόντα,
σαστίζʼ η γη κι η θάλασσα κι ο ουρανός το τέρας…

Στο βλέμμα σου χορεύει ο συριγμός μιας σφαίρας,
κάτι όντα απάντεχα, οχ τα βάθη ενού βουνού κατιόντα,
γλυκολυπούμενα μιλούν· βουβά τα χείλη, βοώντα
τα φύλλα της καρδιάς στους άμμους διεκδικούν το γέρας

της άκρας ευγλωττίας. Κι ωσάν το πεσμένο σείστρο
πεσούμενʼ άστρο, διάττοντας, κατέβη να δονήσει
παλμούς οπού εγλυκόσφιγγες στα στήθη. Ω, πώς ετράπης

αμέσως τότε σε φωτιά που εξάναβε τον οίστρο!
Χιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση
εσκόρπααν τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης.

WENN ICH ZWEI VÖGLEIN WÄR – Joachim Ringelnatz

Αν είμουν στʼ αλήθεια δυο πουλάκια,
σαν άλλος Ρινγκελνάτς θα ξεπετούσα
ποιήματα και ρίμες· και φτεράκια
θα εφόραγα κάτω απʼ την πατούσα,

να μην αργώ να φέρνω μανταλάκια
να μου κρατούν (με τη φωτιά παρούσα
στο ποίημα) σώα και αβλαβή στιχάκια
και μέτρα. Μια σαρανταποδαρούσα,

κορμαδερή και ρούσα, και ένας κέλης
φρενήρης άραψ, γίνονται, άμα θέλεις,
πηγή βαθιάς εμπνεύσεως. Τα ούτια

της θυμέλης βγάλε μόνο, για να διώξεις
τις που θα σού ʼρθουν όρθιες ονειρώξεις,
καθώς θα τρίβεις της Μπουμπούς τα μπούτια.


ΕΡΗΜΕΣ ΡΙΜΕΣ

Το γουώκυ-τώκυ πάει καλά στο Μιλγουώκυ,
το δε γινάτι γάντι με το Σινσινάτι.
Κανά καφέ-αμάν στο Αμμάν και στη Βαγδάτη
να βρει ορεγότανε, ήλπιζε πολύ και ευδόκει•

πλην ήβρε εκεί τον έτερό του Καππαδόκη,
και δη αδοκήτως. Είχαν φάει ψωμί κι αλάτι
(στο Γουλβερχάμπτον, στο Φορλί, στην Αρελάτη)
ο ποιητής με τον Μισέλ τον Καλαμβόκη

τους στίχους ξεψαχνίζοντας να βγάλουν ρίμες
μαγκιόρες (: στη Ντολόρες απαντούν τα mores,
στον έμπορα τα tempora*). Πλην γρηγορεί μες

στις λόχμες τού Λοχνές το τέρας με τις ώρες:
ολίγωρα στιχάκια οπού ριμάρουν χάλια
με του Στραβίνσκυ μια τριζάτη πασαγκάλλια.

*(Στην αβγοτέμπερα
τα μαυροτσέμπερα,
στα δε δυο δίδυμα
το στραβοπήδημα.)

ΜΕΤΟΡΓΑΣΜΙΚΗ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Το χέρι σου κατέβασε απαλά την πόσθη·
στο σκότος λάμπανε τα κόκκινά σου νύχια:
βαθιά pois electriques,σαν μάτια, που ώς τα μύχια
βουτάγαν μέσα της ψυχής να δούνε. Και εξώσθη,

έτσι, όποιο λάμπος άλλο από πιο μπρος εγνώσθη.
(Κρυστάλλωση ο Σταντάλ τό ʼπε, όταν είχε δει χια-
στί να διαγράφονται οι εγωτισμοί, και λάμψη αντήχει α-
περίφραστη στην κάμαρά του – τότε.) Εντόσθι-

α αναδευθήκαν από του χεριού το χάδι: η
Τοσκάνη πράσινη άνθει μες στο καφέ Λάτιο,
κι ας γίνονταν οι πράξεις τούτες εν Ελλάδι.

Δασάκι εφλέγετο πυκνό του γλυκανίσου
να θάψει τις φωτιές μου κάτω από το ιμάτιο
ʼκεί που συμβάλλονται με χάρη οι δυο μηροί σου.

Μα σαν επάψαν νά ʼνʼ, μετά, όλα εκεί εν ποιήσει,
ανάψανε τα φώτα πού ʼχε η Κύπρις κλείσει·
και, εξίτηλα όλα, σβήσαν, πού ʼχε η φύση εμποιήσει,
βαθιά στης μελανής χολής την ύπνια κλήση.

SUS DOCET MINERVAM

Σε κάτι ημιμαθείς που ξέρω,
σε κάτι μούτρα αγάνωτα…

Την Αθηνά διδάσκει το γουρούνι
έλεγαν οι Λατίνοι οσάκις ήτο
αγροίκος να πάει να μπλεχτεί στον μίτο
της γνώσης (ως νʼ αλείβει με σαπούνι

τριχιές, που θαν τον έχουνε κουδούνι
στην άκρη κρεμασμένονε). Εθρυλείτο
πως μιʼ άρπα αιολική στον Πολυχνίτο,
αρπάγης δίκην, στρίμωξε σε χούνη

το χοίρο και τον έκαμε σαλάμι.
Μπορεί, όμως, νά ʼνʼ και ψέμα! Εδώ τριγύρω
χουνέρι από παλιά έχει –ξέρω– απλώσει

και καρτερεί του Διός την κόρη. Γάμοι
και πένθη (αχ!…) λάσπης και σοφίας χειρο-
δικούν και προς τα πίσω παν με γνώση!…

ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολοιν αιώνιο !
Αν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Ο τροχαίος σʼ αναγκάζει να διαβάσεις, όπως πρέπει,
την υπόθεση του τρίτου στίχου: Αν γράφει, όχι ό τ α ν·–
επομένως λόγος υποθετικός στον νου κινιόταν
μέσα του κυρ-Κώστα (: λόγος που δεν αμφιρρέπει

μεταξύ υποθέσεως και χρόνου μεν, αλλʼ αποτρέπει
περιέργως την ορθήν ανάγνωση…). Όμως, σαν να ερχόταν
πάντα ανάπαιστος με δυο ιάμβους δίπλα-δίπλα σού φαινόταν,
και χανόταν έτσι με το μέτρο καί το νόημα. Κρέπι

πένθους ας κρεμάσει εκείνος που εγκύπτει στου Καρόλου
Μαρξ τις διδαχές κι ανέχεται εσφαλμένες αναγνώσεις
στίχων! Πώς, μετά, στων τάξεων την πάλη θα νικήσει;

Πώς θα μάθει ποιό είνʼ το μερικό, και ποιό ʼναι το καθόλου;…
Διάβαζε σωστά και ξύπνα, σύντροφε! Έτσι ε σ ύ θα νιώσεις
πώς, μα και γιατί ο ντουνιάς μονοτάρι θα γυρίσει

upside down – κανείς δεν θα σου λείπει να σε διαφωτίσει:
ξ ύ π ν α απλώς εσύ, κι η πλάση θα ʼχει κιόλας κο-κκι-νί-σει.

Ο Γιώργος Κεντρωτής γεννήθηκε το 1958 στους Μολάους Λακωνίας. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Ζει και εργάζεται στην Κέρκυρα. Είναι καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, διδάσκει δε επί έτη ως επισκέπτης καθηγητής σε πανεπιστήμια της Γερμανίας και της Ιταλίας. Έχει δημοσιεύσει πάνω από 50 μεταφράσεις σε βιβλίο (έργα, μεταξύ άλλων, των Αισχύλου, Πλάτωνος, Κικέρωνος, Σολωμού, Μούζιλ, Μπροχ, Ε.Τ.Α. Χόφμαν, Χόφμανσταλ, Χέσσε, Κλέε, Καντίνσκη, Μπέρνχαρτ, Παβέζε, Νερούδα, Μαγιακόφσκη). Έχει εκδώσει βιβλία για τη μετάφραση και κριτικά δοκίμια για την νεοελληνική λογοτεχνία και ιδίως για την Επτανησιακή Σχολή και τον Διονύσιο Σολωμό. Έχει εκδώσει έργα αναφερόμενα στον Νικόλαο Μάντζαρο και τον Διονύσιο Σολωμό και τον κύκλο του. Συνεργάζεται με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά. Κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του 45 χρόνια βάζω γκολ στους Βάζελους (Δίαυλος, 2004) και η ποιητική συλλογή του Με απʼ όλα μέσα (Τυπωθήτω, 2006).