priczzzz.jpg

Λάβαμε το εξής e-mail από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

“Από σήμερα, 20 Νοεμβρίου 2006 και μέχρι τη Δευτέρα 27 Νοεμβρίου, οι αναγνώστες ψηφίζουν για την ανάδειξη του μυθιστορήματος που θα λάβει το Βραβείο Αναγνωστών, το οποίο διοργανώνεται για δεύτερη χρονιά φέτος από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) και τον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΪ 100,3.
Η επιλογή των υποψήφιων μυθιστορημάτων έγινε από 250 βιβλιοπωλεία σε όλη τη χώρα. Πρώτο στη βραχεία λίστα είναι το μυθιστόρημα του Μάνου Ελευθερίου Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.

Μπορείτε να ψηφίζετε για το ελληνικό μυθιστόρημα της χρονιάς με τρεις τρόπους:
με SMS, πληκτρολογώντας 4425 και τον κωδικό του βιβλίου (για το μυθιστόρημα του Μάνου Ελευθερίου Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές ο κωδικός είναι ΒΑ1). Η χρέωση είναι 0,75 λεπτά.
στην ιστοσελίδα του ΣΚΑΪ 100,3 www.skairadio.gr
με φαξ στο ΕΚΕΒΙ (210 3248343).

Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν την Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2006 σε ειδική εκδήλωση.”

…και ξαναδιαβάσαμε το κείμενο της Μ.Θεοδοσοπούλου στην Εποχή

“Βραβείο αναγνωστών ή βραβείο βιβλιοπωλών;


Η ψήφος στον αναγνώστη, όπως λέμε ψήφος στο λαό. Και πράγματι, αν έχει κάποια αξία ένα βραβείο αναγνωστών είναι ακριβώς για να ακουστεί ο αναγνώστης. Να γνωρίσουμε από πρώτο χέρι, όχι τα βιβλία που αγόρασε επηρεασμένος από τον δημοσιογραφικό θόρυβο, αλλά εκείνα που διάβασε και αγάπησε, σε αντιπαραβολή με τους καταλόγους των ευπώλητων, που στηρίζονται σε στοιχεία των βιβλιοπωλών. Ένα βραβείο μακράν της καταναλωτικής μανίας και της αποπνικτικής αντιμετώπισης του βιβλίου ως καταναλωτικού προϊόντος. Όπως φαίνεται, όμως, και το βραβείο αναγνωστών, στο δεύτερο γύρο της απονομής του, τείνει όλο και περισσότερο προς ένα βραβείο βιβλιοπωλών, τουλάχιστον στο καθοριστικό, πρώτο στάδιο της κατάρτισης του καταλόγου των φιναλίστ.
Πέρυσι, σε ένα πιλοτικό, όπως αποκαλέστηκε πρόγραμμα, για τη σύνταξη του τελικού καταλόγου συμμετείχε και μερίδα αναγνωστών, έστω υπό την κηδεμονία του βιβλιοπώλη, ενώ, εφέτος, οι αναγνώστες παραμερίστηκαν ολοσχερώς. Από την άλλη, εφέτος, αντί των αρχικών 16 βιβλιοπωλείων Αττικής, συμμετείχαν 250 ανά την επικράτεια, όμως, αντί να συσταθούν επιτροπές αναγνωστών σε κάθε βιβλιοπωλείο και να συναποφασίσουν, η κατάρτιση της λεγόμενης βραχείας λίστας αφέθηκε στην κρίση των ανθρώπων ενός έκαστου βιβλιοπωλείου. Ο κατάλογος που ανακοινώθηκε είναι μια ακόμη λίστα ευπώλητων, δείχνοντας πως μάλλον πρυτάνευσαν τα εμπορικά κριτήρια. Οπότε, ο αναγνώστης καλείται να περιορίσει την επιλογή του σε αυτόν τον κατάλογο που καταρτίστηκε αντ� αυτού γι� αυτόν. Ακόμη, όμως, κι έτσι, η φωνή του δεν θα ακουστεί, εκτός κι αν συμβαδίζει με την τρέχουσα τεχνολογία. Πέρυσι, δινόταν η ευκαιρία της τηλεφωνικής ψήφου. Εφέτος, ψηφίζεις μόνο με SMS ή φαξ, πιθανώς προς αποφυγή ή έστω περιορισμό της πολλαπλής ψήφου. Προηγμένη τεχνολογικά χώρα η Ελλάδα, ουδείς το αμφισβητεί, ωστόσο υπάρχουν πάντοτε και κάποιοι φτωχοί και καθυστερημένοι, που στερούνται κινητού τηλεφώνου, πόσo μάλλον φαξ, ίσως και ορισμένοι της εποχής των δεινοσαύρων που αγνοούν τη χρήση αμφοτέρων ή και αρνούνται να την μάθουν. Πώς το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, που θέσπισε το βραβείο αναγνωστών, τους στερεί τη δυνατότητα συμμετοχής;
Το σύνθημα, λοιπόν, του ραδιοφωνικού σταθμού ΣΚΑΪ, συνδιοργανωτή του βραβείου, «Ψηφίστε το μυθιστόρημα που αγαπάτε», απευθύνεται σε υποσύνολο αναγνωστών, με κινητό στην τσέπη ή φαξ στο γραφείο, το οποίο και καλείται να απονέμει το βραβείο σε ένα από τα έξι μυθιστορήματα του τελικού καταλόγου, που δημοσιεύουμε στη διπλανή στήλη. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, εφέτος, η ψήφος των αναγνωστών να ανατρέψει την ιεράρχηση των βιβλιοπωλών, σε αντίθεση με πέρυσι, που βραβεύτηκε το πρώτο του τελικού καταλόγου. Γιατί δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε πως τα κριτήρια αναγνωστών και βιβλιοπωλών συμπίπτουν. Με τα χρόνια έχουμε μάθει τις αλχημείες και τα μαγειρέματα των επιτροπών κρατικών βραβείων, προς ώρας όμως αγνοούμε κατά πόσο οι επιλογές ενός βιβλιοπώλη μπορεί να συνδέονται με τυχόν διαχειριστικά συμφέροντα, όπως δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα γύρω από την ψυχολογία ενός αναγνώστη, που καλείται να καταθέσει τις προτιμήσεις του. Πάντως, μας φαίνεται πιθανή η περίπτωση κάποιος να μην ομολογεί τις προτιμήσεις του, επηρεασμένος από ένα κλίμα απαξίωσης ορισμένων βιβλίων, όπως, καλή ώρα, ψεύδονται οι συμμετέχοντες σε στατιστικές περί των σεξουαλικών τους ορέξεων.
Ας δούμε, όμως, τα έξι μυθιστορήματα, που πρόκριναν οι βιβλιοπώλες και ζητούν την ψήφο του αναγνώστη. Τα τέσσερα από αυτά έχουν επαρκώς προβληθεί στον Τύπο και ως ένα βαθμό, η επιτυχία τους οφείλεται στο πολιτικοκοινωνικό υπόβαθρο των θεμάτων, που επέλεξαν οι συγγραφείς τους και για να συγκινήσουν ένα όσο το δυνατόν ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ποιητής ο Μάνος Ελευθερίου, εμφανίστηκε στη μυθιστοριογραφία πριν δυο χρόνια, έγραψε ένα πρώτο ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα εμπνευσμένο από την ηθοποιό Ευαγγελία Παρασκευοπούλου και συνέχισε απνευστί με ένα δεύτερο, ας πούμε, μεταμοντέρνας δομής, παρακινημένος από αγανάκτηση για το θάνατο της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη, τον Δεκέμβριο του 1944. Καταξιωμένη λογοτέχνις η Ρέα Γαλανάκη, δίνει μυθιστορηματική διάσταση στην απαγωγή της Τασούλας Πετρακογιώργη από τον Κώστα Κεφαλογιάννη, μυθοποιώντας την κρητική βεντέτα δυο οικογενειών με ισχυρή πολιτική παρουσία. Ανεγνωρισμένος συγγραφέας ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, στήνει τη μυθιστορία του με το παρακράτος του 1963, στη Θεσσαλονίκη τις παραμονές της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη. Και οι τρεις συγγραφείς, ιδίως οι δυο πρεσβύτεροι, είχαν πρόσβαση σε εκτεταμένο αρχειακό υλικό, το οποίο και προκάλεσε μια κάποια αφηγηματική δύσπνοια, διαφορετικής σε κάθε περίπτωση έκτασης και συνεπειών. Και ακόμη, ο Πέτρος Μάρκαρης, εδραιωμένος θεατρικός συγγραφέας, που μεταπήδησε προ δεκαετίας οριστικά στο αστυνομικό βιβλίο, πολιτικοποιεί, όλο και περισσότερο, τους μύθους των βιβλίων του, ανακατώνοντας στο πρόσφατο τους Έλληνες εθελοντές στη Βοσνία με τους ταγματασφαλίτες του Μελιγαλά.
Απομένουν δυο μυθιστορήματα, ελάχιστα έως καθόλου προβεβλημένα, με κυρίαρχο το ερωτικό στοιχείο, που, ωστόσο, διαφέρουν σημαντικά αναμεταξύ τους. Αιγυπτιώτης ο Κώστας Καρακάσης, ασχολούμενος από νέος με τη γραφή, εισήλθε στη μυθιστοριογραφία το 2000 με το ευπώλητο επί σειρά ετών, «Αθηνά. Ευτυχώς που δεν γεννήθηκα όμορφη», στη συνέχεια εξέδωσε συντομότερες ιστορίες, και εφέτος επανήλθε με ένα δεύτερο μυθιστόρημα. Από τις Σέρρες η Χρύσα Δημουλίδου, εγκατεστημένη στην Αθήνα και αεροσυνοδός το επάγγελμα, ξεκίνησε τη μυθιστοριογραφία το 1997 και συνεχίζει με ένα έως και τρία βιβλία ετησίως, που γνωρίζουν εμπορική επιτυχία.
Ρομάντσο το βιβλίο του Καρακάση, χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο, εξιστορείται το πάθος ενός έφηβου, που τον λιμπίζονται �Ρωμιές, Τουρκάλες, Αρμένισσες και Εβραιοπούλες�, για μια Ρωμιά, χήρα μεγαλέμπορου. Βρισκόμαστε στη Σμύρνη, �γύρω στο 1920�, με φόντο τις νίκες του Ελληνικού Στρατού, φθάνοντας μέχρι την Καταστροφή του 1922, όταν ο θαρραλέος έφηβος περισυλλέγει με τη σκούνα του Έλληνες και τους μεταφέρει στο αιγαιοπελαγίτικο νησί των παππούδων του. Στο δεύτερο μέρος, �είκοσι πέντε και πλέον χρόνια μετά�, ο έφηβος είναι ένας θρυλικός καπετάνιος, που αντιμετωπίζει μεσοπέλαγα τορπίλες και τυφώνες. Ένας �καπετάνιος στη θάλασσα και το κρεβάτι�, που έριξε μαύρη πέτρα πίσω του, όταν η Σμυρνιά αρνήθηκε να τον παντρευτεί κι ας τον λάτρευε. Με εξαιρετικές ερωτικές επιδόσεις σε κάθε λιμάνι, πνίγει τη μοναξιά του, γλεντοκοπώντας και �ρίχνοντας ζεϊμπεκιές�. Η διήγηση σωρεύει τις περιπέτειές του, χρονοτριβώντας σε κάποιους μεγάλους έρωτες με αρχόντισσες και μοιραίες γυναίκες, στην Αλεξάνδρεια και αλλαχού. Στο τρίτο μέρος, προβλήματα υγείας αναγκάζουν τον καπετάνιο να εγκαταλείψει τη θάλασσα και να γυρίσει στο νησί του, όπου εκτυλίσσονται συγκινητικές σκηνές, όταν ανακαλύπτει έναν απρόσμενο γιο και ο μεγάλος του έρωτας τελειώνει οριστικά στην πόρτα του μοναστηριού. Μια αφήγηση πλούσια σε καλολογικά στοιχεία, κοσμούμενη με πληθώρα επιθέτων, που σκιαγραφεί ιδανικούς ήρωες, εξαίροντας τον Έλληνα.
Σύγχρονο αισθηματικό μυθιστόρημα το βιβλίο της Δημουλίδου, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση και καθημερινή γλώσσα, συνιστά την ελληνική εκδοχή των μυθιστορημάτων της σειράς «Νόρα» και «ʼρλεκιν», που τις προηγούμενες δεκαετίες μεταφράζονταν από τα αγγλικά. Μια νεαρή γυναίκα, που δεν της λείπει τίποτα �και διαμέρισμα δικό της στη Νέα Σμύρνη από κληρονομιά της χαλκιδαίας γιαγιάς της, και αυτοκίνητο, και τους γονείς της παραδίπλα στην Καλλιθέα να την νοιάζονται, και ενδιαφέρουσα εργασία με ικανοποιητική αμοιβή� υποφέρει μήπως και μείνει στο ράφι. Ήδη, στα τριάντα τρία, με τρεις σχέσεις και έναν αρραβώνα, ζητά απεγνωσμένα γαμπρό, έστω και μαϊμού, για να πάει στο γάμο και της τελευταίας ανύπαντρης συμμαθήτριάς της. Εκών άκων ο γαμπρός μαϊμού θα γίνει πραγματικός για να αποδειχθεί τσιγκούνης και γυναικάς. Εκείνη, όμως, θα αγωνιστεί να σώσει το γάμο της με καφετζούδες και μάγια. Παρεμπιπτόντως, τελευταία, τα περισσότερα αισθηματικά δίνουν εκτενείς περιγραφές μαγικών τελετουργιών, όπου απατημένες σύζυγοι, στο φως της πανσελήνου, πυρπολούν υποκλαπέντα σώβρακα. Όταν οι μαγγανείες δεν τελεσφορούν, η ηρωίδα της Δημουλίδου καταφεύγει �στον πατέρα Νικάνωρ�, που της μεταδίδει την απαιτούμενη �θετική ενέργεια� για να εγκαταλείψει το σύζυγο και να βρει έναν ταιριαστό σύντροφο. Το μυθιστόρημα απογειώνεται με μια απέριττη γαμήλια τελετή.
Εν τέλει, έξι ανόμοια μυθιστορήματα, που μόνο στη �short list� ενός βραβείου βιβλιοπωλών θα μπορούσαν να συνυπάρχουν.

Έξι μυθιστορήματα ζητούν ψήφο

Στις 18 Οκτωβρίου, με δελτίο Τύπου, το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και ο ραδιοφωνικός σταθμός ΣΚΑΪ κοινοποίησαν την �short list� του δεύτερου βραβείου αναγνωστών, που, από κοινού, έχουν θεσπίσει. Από το σύνολο των μυθιστορημάτων, τα οποία εκδόθηκαν από την 1η Οκτωβρίου 2005 έως την 1η Οκτωβρίου 2006, προκρίθηκαν έξι μυθιστορήματα, αντί των προβλεπόμενων πέντε, υποθέτουμε λόγω ισοψηφίας των δυο τελευταίων. Και τα έξι είναι εκδόσεις του 2006, στοιχημένα στον τελικό κατάλογο κατά την ιεράρχηση των 250 βιβλιοπωλείων, αν και χωρίς να αναφέρονται αριθμητικά οι ψήφοι.

1.«Η γυναίκα που πέθανε δυο φορές» του Μάνου Ελευθερίου (Εκδ. Μεταίχμιο). Εκδόθηκε Μάρτιο 2006 και πάραυτα εμφανίστηκε στις λίστες των ευπώλητων, όπου και παρέμεινε. Η επιτυχία του πρώτου μυθιστορήματος του Ελευθερίου, «Ο καιρός των χρυσανθέμων», σε συνδυασμό με το θέμα του δεύτερου βιβλίου, εξασφάλισαν τη δημοσιογραφική προβολή και την ηχηρή σιωπή της κριτικής.
2. «Αμίλητα βαθιά νερά» της Ρέας Γαλανάκη (Εκδ. Καστανιώτης). Εκδόθηκε Φεβρουάριο 2006 και από τον Μάρτιο άρχισε να μπαινοβγαίνει στις λίστες των ευπώλητων. Το όνομα της συγγραφέως, σε συνδυασμό και σε αυτή την περίπτωση, με το θέμα, προκάλεσαν δημοσιογραφικό θόρυβο, επαρκείς βιβλιοπαρουσιάσεις και αυστηρές κριτικές.
3. «Η αγάπη δεν έχει τέλος» του Κώστα Καρακάση (Εκδ. Ψυχογιός). Εκδόθηκε Ιανουάριο 2006 και αμέσως εγκαταστάθηκε στα ευπώλητα σε μόνιμη βάση, χωρίς δημοσιογραφική παρουσίαση ούτε βιβλιοπαρουσιάσεις.
4. «Βασικός μέτοχος» του Πέτρου Μάρκαρη (Εκδ. Γαβριηλίδης). Εκδόθηκε Ιούνιο 2006 και κατέλαβε χωρίς καθυστέρηση θέση στα ευπώλητα. Με τον ούριο άνεμο των προηγούμενων αστυνομικών του Μάρκαρη, ευρωπαϊκής πλέον απήχησης, προβλήθηκε επαρκώς από τους δημοσιογράφους και δυσανάλογα ως προς το είδος του από τους κριτικούς.
5. «Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη (Εκδ. Κέδρος). Εκδόθηκε Απρίλιο 2006, στα ευπώλητα μόλις που ξεμύτισε, κυρίως σε λίστες βιβλιοπωλείων της συμπρωτεύουσας. Λόγω του ονόματος του συγγραφέως και του θέματος του βιβλίου είχε μεγάλη δημοσιογραφική προβολή και τη θερμή υποδοχή των κριτικών.
6. «Μην πυροβολείτε τη νύφη» της Χρύσας Δημουλίδου (Εκδ. Λιβάνης). Δεν αναφέρεται μήνας έκδοσης, πρωτοεμφανίστηκε στα ευπώλητα του Μαΐου και παρέμεινε, χωρίς δημοσιογραφική παρουσίαση ούτε βιβλοπαρουσιάσεις.”

…και καταλάβαμε γιατί πάλι η Μ. Θεοδοσοπούλου στην Εποχή έγραψε για τη Μάρω Τριανταφύλλου…

“«Το διαμέρισμα της οδού Πατησίων»
Μια αλλόκοτη ιστορία
Εκδόσεις Αίολος Αθήνα 2006

Η τέχνη και η τεχνική μιας αφήγησης, που θέλει να κινηθεί στο χώρο του φανταστικού, έγκεινται στην ομαλή μετάβαση από το ρεαλιστικό πλαίσιο στο εξωπραγματικό σαν να πρόκειται για φυσιολογική προέκταση. Ή, κάπως διαφορετικά, στη σταδιακή διεύρυνση του αισθητού πεδίου, ώστε να χωρέσει όντα και εμπειρίες υπερφυσικές, χωρίς να σκοντάψει στις αναγνωστικές εκλογικεύσεις. Πρωταρχικά μέσα στη διάθεση του συγγραφέα για τα υπεραισθητά μυθοπλαστικά του ανοίγματα, ο χώρος και ο χρόνος. Αν ο χρόνος περιορισθεί στο παρόν, με άλλα λόγια, αν δεν πρόκειται για αφήγημα επιστημονικής φαντασίας, τότε μένει ο χώρος ως το μοναδικό μέσο παραπλάνησης. Κατά κανόνα, το στήσιμο του σκηνικού καταλαμβάνει μεγάλο μέρος των εισαγωγικών κεφαλαίων, καθώς είναι αυτό που καλλιεργεί κλίμα αναμονής, σκορπώντας τα πρώτα ρίγη του ανοίκειου. Διαλέγοντας η Μ. Τριανταφύλλου να παραμείνει στα τέλη του 20ου αιώνα, προτάσσει εμφαντικά, ήδη με τον τίτλο της ιστορίας της, τον σκηνικό χώρο. Απόλυτα οικείο, τουλάχιστον σε έναν Αθηναίο, και συνάμα, από τη φύση του, επίφοβου.
Τίποτα περισσότερο κοινότοπο από ένα διαμέρισμα της οδού Πατησίων στο ύψος της άλλοτε ποτέ ΑΣΟΕΕ ή έστω, και λίγο μακρύτερα, στην περιοχή Αγίου Μελετίου. Σε μια από εκείνες τις παλαιές, συνήθως τετραώροφες μετά δώματος, πολυκατοικίες του μεσοπολέμου ή το αργότερο, της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας, τις ψηλοτάβανες με την παλαιά ευρυχωρία, που δεν χρειαζόταν το γκρέμισμα των μεσότοιχων για να δώσει την αίσθηση της άνεσης. Ταυτόχρονα, όμως, ένα παρόμοιο διαμέρισμα κουβαλά τα ίχνη όσων το κατοίκησαν μαζί με τους τριγμούς της παλαιότητας, που η ηρωίδα, από την πρώτη στιγμή, αντιλήφθηκε, ωστόσο αποφάσισε, χωρίς δεύτερη σκέψη, να αγοράσει το σπίτι. Πιθανώς, γιατί πουλιόταν σε τιμή ευκαιρίας, αν και η αφήγηση καλλιεργεί την εντύπωση μιας σχεδόν μεταφυσικής έλξης. Ωστόσο, πρόκειται για μια γυναίκα, περασμένα τα τριάντα πέντε, οδοντίατρο το επάγγελμα, απολύτως προσγειωμένη.
Πρωτοπρόσωπη η βασική αφήγηση, χωρίς αυτόνομα κεφάλαια, μόνο επιμέρους ενότητες, ώστε να δηλώνεται η ενδιάμεση παρέλευση του χρόνου, συνήθως μερικές ημέρες, κάποτε και μόνο λίγες ώρες. Χρονικά ευθύγραμμη διήγηση �μιας αλλόκοτης ιστορίας�, που συνέβη πριν δέκα χρόνια και η ηρωίδα αποφασίζει να την καταγράψει άνευ προφανούς λόγου, παρόλο που διαφαίνεται η ανάγκη της να διαλύσει ένα επίμονο υπόλειμμα σαγήνης. Αρχικά η αφήγηση δείχνει να χρονοτριβεί στα οικογενειακά, επαγγελματικά, ακόμη και ερωτικά της ηρωίδας, σωρεύοντας παράπλευρες ιστορίες για συγγενείς και γνωστούς της, που δεν εμπλέκονται περαιτέρω, ωστόσο αυτές οι παρεκβάσεις σκιαγραφούν τις αντιφάσεις του ψυχισμού της, ως αναγκαίο υπόστρωμα σε ό,τι μέλλεται να συμβεί. Έναν έρποντα ρομαντισμό κάτω από τον έκδηλο πραγματισμό, μια βαθύτερη ευσέβεια πίσω από τη δηλούμενη αθεΐα.
Λάτρις της Αθήνας η ηρωίδα, σαν να ριζώνει στο διαμέρισμά της, καθώς συμφιλιώνεται με τους θορύβους και τις μυρωδιές του, δεμένες με την ιστορία των προηγούμενων ενοίκων, που ήσαν και οι αρχικοί ιδιοκτήτες της μισής πολυκατοικίας. Αν και ποτέ δεν συναντά τους ιδιοκτήτες � όλα γίνονται μέσω δικηγόρου � μαθαίνει τα οικογενειακά τους χάρις στην ένοικο ενός άλλου διαμερίσματος. Μια από αυτές τις ηλικιωμένες κυρίες, που μένουν σαν ξεχασμένες σε κάποια παλαιά σπίτια στο συνεχώς μετακινούμενο κέντρο της πόλης. Τίποτα το ιδιαίτερο στο βίο τους, μόνο κάποιες προστριβές ανάμεσα στους δύο γιους, που στάθηκαν η αφορμή για την αναχώρηση του μικρότερου, απόφοιτου της Φιλοσοφικής με θεολογικά ενδιαφέροντα, γύρω στα τριάντα πέντε, όταν έφυγε στις αρχές της δεκαετίας του �80, χωρίς να ξαναδώσει σημεία ζωής.
Αναφερόμαστε τόσο αναλυτικά στο φόντο της ιστορίας, για να φανούν τα απολύτως ρεαλιστικά πλοκάμια, με τα οποία η συγγραφέας κατορθώνει να δέσει �μια αλλόκοτη ιστορία�. Αν μπορεί το συναπάντημα με ένα νεκρό να χαρακτηριστεί αλλόκοτο και όχι απλώς αδιανόητο. Κι όμως, λιγότερο απόλυτες οι δοξασίες των αρχαίων Ελλήνων, αφήνουν κάποια παράθυρα ανοιχτά για μια σύντομη επιστροφή από τον ʼδη, με τη μεσολάβηση της Περσεφόνης, όπως φροντίζει να θυμίσει η συγγραφέας. Ύστερα, κατά τις λαϊκές παραδόσεις, υπάρχουν και νεκροί, όπως οι άταφοι και όσοι βρήκαν βίαιο θάνατο, που δεν μπορούν να αναπαυθούν στον Κάτω Κόσμο, αλλά μένουν ανήσυχα φαντάσματα στο χώρο των ζωντανών.
Ουκ ολίγες οι ιστορίες με φαντάσματα. Μόνο που το φάντασμα της εν λόγω �αλλόκοτης ιστορίας� κατορθώνει να πάρει τις διαστάσεις γοητευτικού ήρωα. Ένας παράξενος επισκέπτης του οδοντιατρείου, που προκαλεί ερωτικά σκιρτήματα στην αφηγήτρια, ενώ μια σκιώδης αντρική φιγούρα στη μεταμεσονύκτια οδό Πατησίων της γεννά αισθήματα φόβου, που μετατρέπονται σε τρόμο μπροστά στο υπερφυσικό. Διακριτικές ενδείκνυται να παραμένουν οι ερωτικές επαφές με τα φάσματα νεκρών, όπως στην ιστορία της Τριανταφύλλου, και για να μην σκιαχτούν τα φαντάσματα και φύγουν, καθώς συμβαίνει στην πρόσφατη νουβέλα του Τάσου Ρούσσου, και για να μην προκληθεί το κοινό αίσθημα περί των υπερκόσμιων όντων.
Στο τελευταίο μέρος της ιστορίας, η συγγραφέας αντλεί από τα οικεία σε αυτή γνωστικά πεδία του θεάτρου και της αρχαιότητας, όπως διασταυρώνονται στο θέμα του θανάτου, πλάθοντας ένα στοχαστικό λόγο στο πεδίο της μεταφυσικής. Χωρίς να χάνεται σε θεωρητικολογίες, πολιορκεί την υπαρξιακή αγωνία, σχολιάζοντας πλαγίως την κοινή στάση ενός αριστερού κι ενός χριστιανού για έναν καλύτερο κόσμο και ταυτόχρονα, το διαφορετικό ορίζοντα προσδοκιών, πραγματιστικό του πρώτου, με βάθος πεδίου μια Δευτέρα Παρουσία και ανάσταση νεκρών του δεύτερου.
Όμως η �αλλόκοτη ιστορία� έχει και ένα βραχύ επίλογο, όπου η Τριανταφύλλου αποποιείται την ευθύνη της συγγραφής και περιορίζεται στο ρόλο της παραλήπτριας μιας ξένης αφήγησης, την οποία και ελέγχει για το αληθές των ιστορούμενων, συμμεριζόμενη την αναγνωστική δυσπιστία. Γνωστό το τέχνασμα, εδώ προσαρμόζεται προσφυώς στις βιογραφικές συντεταγμένες της συγγραφέως, υπονομεύοντας την ιστορία αλλά και προσδίδοντας στο αστόλιστο και κάπως άνευρο της αφήγησης εμπρόθετο χαρακτήρα, ώστε να πείθει για εξομολόγηση μιας οδοντιάτρου. Πάντως, για όποιον έχει διαβάσει τα δυο, προ δεκαετίας, ερωτικά μυθιστορήματα της Τριανταφύλλου τείνει πράγματι να πιστέψει πως πρόκειται για έργο διαφορετικής γραφίδας. Έργο ωρίμανσης, που πιστεύουμε πως ωφελήθηκε από τις κλειστές πόρτες των εκδοτών. Παρεμπιπτόντως, συμφωνούμε και επαυξάνουμε πως είναι τουλάχιστον άκομψο να προβάλει μια εφημερίδα έργα συνεργατών της. Καταφεύγουμε στην ισχνή δικαιολογία πως, παρά το ενδιαφέρον του βιβλίου, έξι μήνες μετά την έκδοσή του, παραμένει άφαντο και στον Τύπο και στα βιβλιοπωλεία.”

…και καταλάβαμε πολλά κι ενδιαφέροντα. Εσείς;