Το όπου κάγκελο πατρίς υπήρξε για του αιρετικούς ποιητές, μια αγκαλιά. Στην ξύλινη γλώσσα της λογικής, όλοι χρίστηκαν τουλάχιστον αλήτες. Για μένα περιπλανώμενοι συναισθήματος. Πολλοί απʼ αυτούς χρειάστηκε να κάνουν ταξίδια με χημείες βαρβάτες για να καταλήξουν σε μια Ιθάκη, που να αρμόζει στο στα αποτυπώματά τους. Οπότε για επί της γης παραδείσους ξεχάστέ τα. Για όλους….

Κυνηγημένοι τουλάχιστον από καθεστώτα (μετά από την μεταπολίτευση ενσωματώθηκαν όλα στον θεσμό της αστυνόμευσης.) απʼ εδώ και στο έξης αποκαλούνται μπατσαρία, που ως γνωστών σε αυτή την περίπτωση, η μόνη χρησιμότητά τους είναι να μειώνουν την αξιοπρέπεια του εκάστοτε δημιουργού και στην πιο χαλαρή περίπτωση η πρόσφορα προς αυτή την κατηγορία –εδώ αντιγράφω, ως ξέρασμα ευυπόληπτου που υποτίθεται ότί είμαι,, τον όρο νομοταγής- πολιτών είναι η γενναιόδωρη άκρως αλτρουιστική θέση τους δωρίζοντας μόνο δισάκια ενόχων, και για φιόγκους υποθέσεις μπερδεμένες σε εκάντιο. Είδα και διάβασα για ποιητές στην τούφα, ποιητές σε στρούγκα. Και από δαύτες έχει γεμίσει ο τόπος….

Η περίπτωση του Ανδρέα Μιχελιούδακη –το αναφέρω, ως ένα παράδειγμα από τα πολλά- για την γνώστη περιπέτειά του που βίωσε στην φυλακή του Κορυδαλλού είχαν συγκινήσει τον τότε εύπλάστο σε ηλικία και κοσμοθεωρία γράφοντα, γεμίζοντας τον τσαμπουκά και απόγνωση.

Χρόνια αργότερα, ο ακριβός μου φίλος, ποιητής Σωτήρης Παστάκας, σε μια συνομιλία μας που άπτεται στα ενδιαφέροντα αυτού εδώ του περιοδικού που κρατάτε στα χέρια σας, μου γνώρισε την βιωματική ποίηση του Άκη Χανδρινού.

Ένα με την ζωή του η ποίησή του, περιγράφει με τρόπο αξιοπρεπέστατο τις επιλογές του, ως προς την εξελικτική του πορεία στο σύντομο διάβα σʼ αυτό τον κόσμο…

Δεν είχα την τύχη να τον γνωρίσω σε κανένα ψυχιατρικό εγκλεισμό μου, που για ένα μικρό χρονικό διάστημα συμπέσανε οι νοσηλείες μας, ούτε σε καμιά δοσοληψία για την σκόνη που και οι δύο είμαστε εξαρτημένοι, ούτε σε πάγκο φαρμακείου, ούτε σε σαλόνι ψυχιάτρου. Και όμως για κάποιον ακατανόητο λόγο τον αισθάνομαι δικό μου…

Έχω –αυτή την στιγμή που γράφω- τα τελευταία του εκδοθέντα ποιήματα, ένα μικρό μαύρο βιβλιαράκι με το γενικό τίτλο «Σύνδρομα Στέρησης», μια αυτοέκδοση, με ημερομηνία 1987. Στο εξώφυλλο πόζαρει ως καλτ πρεζάκιας, με βλέμμα χαμένο υπεράνω τις πρέζας έτσι που κάνεις από εμάς δεν έχει βιώσει σε τέτοια νεαρή ηλικία. Γνωρίζοντας τι είναι αυτά που είχαν ριζώσει μέσά του, από γεννησιμιού που λένε, κάτω από ποιες συνθήκες τα δόμησε, τα έκτισε και έγιναν βάθρο να έρθει η βασίλισσα να εδραιωθεί με τα γνωστά επακόλουθα… Με το μαύρο ροκ πανωφόρι , σαν ζωντανό παράδειγμα του βιβλίου από τίτλο και θεματική του Μίκ Φάρρεν «Το μαύρο Δερμάτινο Μπουφάν» (εκδόσεις Στίγα 1991), ο Χανδρινός ανασυνθέτει αφού επεξεργάζεται τα είδωλά του, μπήτ ποιητές και μουσουργοί της περασμένων δεκαετίων, απʼ αυτούς που κατάλαβαν έγκαιρος ότι η επανάσταση έχει δομηθεί από τον εκστατικό εαυτό της. Δες το βιβλίο «Η επανάσταση για την Καύλα της του Αμπί Χοφμάν) και θα καταλάβεις.

Σύνδρομα Στέρησης: Βιβλίο ακριβό που δεν οφείλεται στην σπανιότητά του άλλα και είναι θρίαμβος από την μεριά του (για τα 27 του χρόνια) τέτοια στιβαρή ποιητική φωνή για ένα θέμα όπως αυτό της χαρμάνας που είναι κρυμμένο μέσα σε κουστούμια ειδημόνων. Με την γραφή του νίκησε τα ψυχοσωματικά κάνοντας πράξη ότι η καλύτερη ψυχοθεραπεία είναι η γραφή. Στο ομώνυμο ποίημα εξομολογείται ότι τα καφέ βραχάκια δεν του λείπουν πια οργανικά τουλάχιστον άλλα το ντεκόρ του ψυχιατρίου το έχει τόσο οικειοποιηθεί που νιώθει ασφάλεία δίνοντας κραυγές γεμάτες οίκτο για την κοινωνία τους… Ήξερε ότι ήταν διαφορετικός. Και δεν το έκρυβε.:

Άλλη μια μέρα με βρίσκει χωρίς ψυχή, χωρίς αγάπη, αντικοινωνικό κι επιθετικό, γεμάτο μίσος και θύμο. Εξόριστος εδώ μʼ ένα αόριστο χαρτί εισαγγελέα που προσδιορίζει την «ελευθερία» μου.

Θεωρούμαι επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια,

Αυτό το προσδιορίζει ο εισαγγελέας με τη φράση «ψυχικές διαταραχές». Έχουν δύο τρόπους αυτοί: φυλακές κ, ψυχιατρεία.

Ομολογείται στο οπισθόφυλλο των συνδρόμων. Σαν παραμιλητό μέσα σε βαριά μελαγχολική μαστούρα, των ψυχιατρείων.

ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Βιάστηκα νʼ αποκτήσω πείρα

Να δω πού είναι σωστός ο νόμος

Κατέληξα να δω μικρογραφία μιας κοινωνίας

Που κλεμμένος είναι ο δρόμος.

Ο νους μου σίγα – σιγά βάρυνε

Απʼ την συνάφεια των σκέψεων την πολλή

Και τότε το ναρκωτικό ενεθάρρυνε

Προσπάθεια για συμπέρασμα βαθύ

Προσπάθησα πολύ να καταλάβω

Αυτούς που ποτέ δεν συμβιβάστηκαν

Δεν μπόρεσα όμως να προλάβω

Να προστατέψω αυτούς που χάθηκαν.

Σχεδόν μόνο ένα ψέμα

Μου φάνηκε αυτή η ζωή

Σαν νάριξα ένα βλέμμα

Σε μια πόρνη που στάθηκε γυμνή.