ΜΙΑ ΔΕΣΜΗ ΑΧΤΙΔΕΣ ΣΤΟ ΝΕΡΟ,Εκδόσεις Πρόσπερος 1978

ΕΝΑ ΣΠΗΛΑΙΟ ΕΙΝʼ Η ΣΚΕΨΗ ΜΑΣ

Τυφλά ζώα κοιμούνται μέσα.
Ο ήλιος που φωτάει απέξω
Δεν ήρθε να με ξυπνήσει.
Μόνοι βαδίζουμε στο δρόμο μας
Τα άστρα κι η σελήνη το ξέρουν:
Με τη νύχτα τραγουδάμε
Σε μια νύχτα που περνάμε.
Κι αν ελπίζουμε σε κάτι ( άνθρωπε)
Είναι που θαʼ ρθει η Άνοιξη.
Άνοιξη! Τα παιδιά σε προσμένουν
Τα πουλιά και τα δέντρα.

…..ΕΙΝʼ Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΒΡΕΦΟΥΣ

όταν ξυπνάει τα βαριά μεσάνυχτα
κι αναζητάει με το κλάμα του το στήθος της μητέρας.
Μάταια τα βρεφικά του χέρια
Θα μαλάξουνε το κρέας της μητέρας.
Σαν ανδρωθεί και πάρουνε
Συνείδηση τα δάχτυλα και ο νους του
Θα θυμηθεί το γάλα της και τότε θα σπαράξει
Καθώς σπαράζουνε τα πουλιά την άνοιξη

Τα ρόδα.More...

Η ΚΙΤΡΙΝΗ ΑΧΤΙΔΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Ζωγραφίζει το μουσκεμένο δάσος.

Τόση ευγένεια παλαϊκιά, τόσο πάθος.

Έρημος ακούω εδώ τη δροσιά

Να μιλάει ο αχός του κόσμου.

Χρωματισμένα σύννεφα χρυσάφια λιωμένα

Ξεπροβοδούν έναν νεκρό πέρα στην άφωνη δύση.

Έρχεται το κρυερό σουρούπωμα

Οι σκιεροί χρωματισμοί

Το νύκτιο σιωπηλό περπάτημα των άστρων.

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΥΡΑ ΣΚΛΗΡΑ

Και το μάτι να τρέμει

Δειλινή μια φωτιά σιγοτρέμει

Σα φωνή στο κενό Σα φτερά.

Στο ποτήρι μου χρώμα βαθύ

Ξαλαφρώνει το νου μου

Κι η παλέττα του γκρίζου ουρανού μου

Σʼ ένα φως μυστικό θα βρεθεί.

ΟΥΤΕ ΚΙ ΑΠΟΨΕ ΒΡΗΚΑΜΕ ΤΗ ΓΕΥΣΗ

ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΩΜΑ*

Και το βαθύ γαρύφαλλο του κάκου θα μαδήσει

Στα φλογερά σου δάχτυλα Σα νέφος μες στη δύση.
*αφιερωμένο στο ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ.

…ΤΟ ΚΕΡΙ ΣΟΥ ΘΑʼ ΧΕΙ ΛΙΩΣΕΙ

η σκιά του κεφαλιού σου θα στενεύει στον τοίχο.

Ξαπλωμένος στο μελετηρό ακτινωτό κρεβάτι σου

Θα ριγείς ανώδυνα

Θα οσφραίνεσαι το μύρο

Τον ανθό μια μήλινης εξαϋλωμένης σάρκας.

Αλλά το ξίφος που αδρανεί στην κόχη

Σου φωνάζει

Με την ευγένεια της αιχμηρής σιωπής του

Σημαδεύει σκληρά το πεπρωμένο σου

Χωρίς προσωπείο.

ΝΑΥΑΓΟΣ

Είναι η ώρα για τα μεγάλα φωτεινά επίπεδα

Τα φαγωμένα ερειπωμένα λυγμικά πανάρχαια γκρίφια

Τα χωνεμένα βήματα στην άμμο

Τα χρυσαφένια σκίνα

Και το κρασί το σύφλογο

Όμοια βαθύ και σύφλογο σαν ήλιος το χειμώνα.

Είναι η ώρα που κερδίζομε το θάνατο

Κι ωσάν τις πέτρες άφωνοι και ριγηλοί

Περιδιαβάζουμε στην τρικυμία.

ΕΖΗΣΑ

Την απόλυτη μοναξιά σου

Τόσα χρόνια φύγανε

Τα ίχνη τους τα βλέπω εδώ

Στη διάφανη δαιμονισμένη σάρκα.

Μίλησα με την πέτρα

Μʼ ένα παλιό θλιμμένο κάθισμα

Με το δέντρο που γέρας

Μʼ ένα ξέθωρο κάδρο

– ιστορία-

Δεν είχα δώρα πολυτέλεια επισκέψεις

Συχνά κοιμήθηκα με τη γάτα.

Θέλω να πω

Για κείνη τη χειμωνιάτικη συννεφιασμένη ώρα

Όταν πλαγιάζει στα κρύα πόδια μας

Η μαύρη για η γκρίζα γάτα.

Το σεληνόφωτο ασβολερό ναυαγισμένο βράδυ

Ας ξαναπάρει την άφεγγη δραματική ψυχή μου

Μαζί με τα δικά σου ετοιμοθάνατα χέρια

Χέρια – λυγμοί

Δάχτυλα που σπαράζουν

Δάχτυλα για ρίζες για διαμαντένιες πυγολαμπίδες.

ΠΟΙΑ ΧΕΡΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΝΕ

Τα χέρια της ερωμένης

Όταν η αφή μεθύσει

Με την αφή αγαπημένης

Ξένης σάρκας.

Ποθολυμένο σκίρτησε το γλυπτικό της σώμα.

Σκόρπισε

Τη δροσιά της σελήνης

Τη φλόγα του τριαντάφυλλου

Το τρεμούλιασμα του κεριού

Τον ανασασμό

Ερωτεμένης ανοιξιάτικης νύκτας.

Η ΑΝΟΜΗ ΝΥΧΤΑ ΣΟΥ ΝΑʼΧΕ ΤΟ ΧΡΩΜΑ

ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

Ήτανε τόσο αθώα, τόσο λευκή.

Η ακτινοβολία του αρώματος από τα νερατζάνθια

Εκληλώνη της αίσθηση και την αγνότητά της.

Τίποτε χρώμα νυχτερίδας ή ποντικού

Το φωσφόρισμά της βασιλεύει στα δόντια του ψαριού

Η σιωπή της στο περπάτημα της άσπρης γάτας

Όταν γυρίζει πίσω τα ξημερώματα να κοιμηθεί.

Σʼ ΑΥΤΟ TO ΘΛΙΒΕΡΟ ΛΙΜΑΝΙ ΒΡΙΣΚΟΥΜΑΙ

Ξένος ερημικό σημείο σύννεφο ασβολερό.

Κόκκινα πράσινα ξαγρυπνισμένα φώτα σιωπούν/

Αλλά στο πένθιμο μοναχικό λιθόστρωτο της προκυμαίας

Ένα φωσφόρισμα μεταλλικό ψυχρό δικό σου ιριδίζει

Κι είναι το γέλιο σου

Οπλισμένο με την αιχμή της περιφρόνησης

Χαρισμένο με τα δάχτυλα της σεραφικής καλοσύνης.

ΒΛΕΠΩ ΤΟ ΚΥΜΑΤΩΔΕΣ ΑΝΑΣΤΗΜΑ ΣΟΥ

Ξεσηκωμένο από πανάρχαια ερειπωμένα πρότυπα

Πλασμένο με τη δύναμη της φλόγας

Που χρωματίζει τη φωνή το σύννεφο και το μικρό λουλούδι

Την αυγή όταν γυρίζω

Σα δροσερούς ορίζοντες και σε κοιτάω

Με τη λαχτάρα της μητέρας για το παιδί

Κοιμισμένη ακόμη στο λίθινο κρεβάτι σου.

ΠΟΙΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ Σʼ ΑΠΟΣΚΙΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ

Σε ψηλά δέντρα σε θάμνους και σμυρτιές

Ποιο συναπάντημα πουλιών κυνηγημένων

Είδε ποτέ το φως ο ήλιος του χειμώνα;

Ήτανε κάποιο ψυχρό απόγευμα

Με την ευγένεια της τέχνης σχεδιασμένο

Σε σκιερές αυλές σε τοίχους πιο αρχαίους

Που σε βρήκα

Κι όπως το πένθος σέρνει το χορό

Βρήκα κι εγώ χαρά κοντά σου.

Ξέρω στην άγρια νύχτα

Το πολικό αστέρι ακλόνητο

Φωτίζει τον απελπισμένο ναύτη

Ω! μη μου χαθείς ελπιδοφόρο αστέρι

Χρυσόθωρο ερωτικό θαλασσινό μου αστέρι.

ΜΙΑ ΣΙΩΠΗ ΧΡΩΜΑΤΙΣΕ ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ

Ο ΗΛΙΟΣ*

Πιο τρυφερά κοιμήθηκε στο χλοϊσμένο δάσος:

Ώρα που το νωπό κελάδημα Σα χρώμα

Μας ξαλαφρώνει την καρδιά που ξέγειρε σαν κλώνος.

Δάσος που δεν το μόλυνε ο θόρυβος, η πόλη

Ο ήλιος βρίσκει ανάπαυση, ο ποιητής, η χλόη.

*αφιερωμένο στο ζωγράφο Ν.Χατζικυριάκο – Γκίκα

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ

Η φωνή η ανώτερη που ριγεί σαν τη θάλασσα

Το αχτινοβόλημα το μεσημέρι στο σταχτί πέλαγος

Η ανεμότρατα με τα πανιά της ξεφτισμένα

Οι ανθοί της άνοιξης η μυρωμένη ανάσα

Το στήθος ο αφρός των μαστών

Ηδονή αγίασμα;

Τροπικό λουλούδι

Για κόκκινο εξωτικό ανοιγμένο λουλούδι στα χιόνια

Η νοσταλγία σου η ομορφιά σου

Η μέθη ο βαθύς αόρατος εαυτός μας

Ουσία να πάλλεται σε χορδή αχτίδας

Φτασμένης ύστερα από χιλιάδες χρόνια.

Το έαρ εφάνη ανθίσατε κρίνα

Ρωμανός ο Μελωδός

ΔΥΟ ΧΡΩΜΑΤΑ – ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ ΣΗΜΑΔΙΑ

Τόσο λεπτά κι ανέγγιχτα σαν ήχοι

Σα βελονιές Σα χέρια κοριτσίστικα

– δαντέλα-

το βαθύ βιολέ και το ρόδινο

το καλοκαίρι και η ξανθιά ποθολυμένη σκέψη

το πουλί το έντομο και ο φαιδρό λουλούδι

το απαλό Σα βρέφος ανοιξιάτικο φως

κι η τρίλια του αηδονιού τον όρθρο

κι η δική μου καρδιά

θα αναστήσουν το σώμα του κυρίου

– Χριστός Ανέστη-

σχήματα χαροποιά πόσο βαθιά σας βλέπω

μʼ ένα μάτι καθαρό καθώς το πρώτο χιόνι.

Στην ερημική ξαφάντωση του μυαλού μου

Σαν πουλιών αιφνίδια εωθινά ολόδροσα περάσματα

Σαν υποψίες απʼ αρώματα

(πόθοι κρυφοί κι αλλοτινοί στα χέρια κρατημένοι)
τρυπώνετε μέχρι εδώ βαθιά μου

στην ρίζα

στο ανθρώπινο καλοδεμένο σκελετό μου

– Χριστός Ανέστη Χριστός Ανέστη-

ΟΜΟΡΦΙΑ ΔΊΧΩΣ ΜΝΗΜΗ

Μονάχα φως ενέργεια σιωπή

Ομορφιά παρούσα

Ομορφιά εφήμερη

Σαν τη σκιά.

Στην ενατένεσή μου ένα

Σε λογαριάζω με τον ήχο

Είσαι ήχος ταξίδι σιωπή

Ένα ήχος ταξίδι σιωπή

Ένα με τη θάλασσα τη μεγάλη

Την απόλυτη ερωμένη μου.

Α! Δε γυρίζω πίσω

Στα μονοπάτια που περάσαμε

Χθες – κάποτε

Στην ενατένισή μου

Ένας δρόμος μακραίνει

– χωρίς ανάμνηση

– χωρίς παρελθόν.

(Επιλογή-Επιμέλεια Νίκος Λέκκας)