nikos-alexis-aslanoglou.jpg

Νίκος- Αλέξης Ασλάνογλου (1931-1996), Ανθολόγιο, Εργογραφία.

καθώς δεν είδα πουθενά (εφημερίδες,
λογοτεχνικά περιοδικά) να μνημονεύεται η απουσία του, τον Αύγουστο που μας
πέρασε, 10 χρόνια από το φευγιό του.(Σπύρος Αραβανής)

…και μία συνέντευξή του μας επισήμανε ο Φλήναφος.

Η τερηδόνα
Φύγε
Το κορμί σου είναι πολύ υπαρχτό.
Τούτη η μουσική που γλιστράει απ’ τα χέρια σου
κι ανακατεύεται με τη θερμή σου ανάσα
Μου αρκεί να γεύομαι της απουσίας σου
την αίσθηση
μου αρκεί να γεύομαι του ιδεατού σου κόσμου
την αφή
Μου αρκεί να γεύομαι την αέναη προσδοκία

Θέλω λυπητερά τραγούδια
Θέλω λυπητερά τραγούδια καλοκαίρι μου
καφτό σακατεμένο μου διαμάντι
γυμνό κορμί της θάλασσας που έπαιξες
χορδές του αέρα μέσα στα μαλλιά μου
Θέλω λυπητερά τραγούδια καλοκαίρι μου
ηλεκτρισμένα μάτια στο σεργιάνι
η μουσική στα σφαιριστήρια της αγάπης
το πυροτέχνημα του ήλιου στη φωνή μου
Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά
όσο παλιώνωMore...

Οι ξεχασμένοι ποιητές
Οι ξεχασμένοι ποιητές δεν έφυγαν, φυλλορροούν

σε όλες τις συνοικίες της πρωτεύουσας

στους κήπους της Δεξαμενής και στο Βοτανικό

και στους συνοικισμούς του Πειραιά μέχρι τα κρηπιδώματα

του λιμανιού, και στα παλιά διώροφα αργοσβήνουν

Οι ποιητές της σκοτεινής παράδοσης ενέδωσαν εις πείσμα

των καιρών

καταρρακώνουν τα καινούρια σχήματα

Και ταξιδεύουνε προς την αντίθετη φορά

προς τους κατάφωτους συνοριακούς σταθμούς

στα ακραία φυλάκια

Tristis usque ad mortem

Περίλυπος μέχρι θανάτου είμαι

Περνάς τώρα εσύ από μακριά φορτωμένος χρόνια σιωπής

δειλινά φθινοπώρου σε άδειες πλατείες

χρόνια αγάπης νεκρής

Περνάς τώρα εσύ

και μου θυμίζεις το χτύπο της φλέβας στον καρπό

κορμί που το ‘νιωσα

θάλασσα της γερασμένης αναμονής

Ένα τσιγάρο μόνο στο στόμα

καπνίζοντας ένα κόσμο εγκατάλειψης

Το λιμάνι απόψε είναι ήρεμο

κοιμούνται τα φορτωμένα καράβια

οι ίσκιοι της νύχτας στο καλντερίμι της αμαρτίας

Δεν έχω το νόημα πια πως περνάς

Ars poetica

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση

σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες

όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι

αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται

μα πάθος για τη μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας

μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα

αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα

Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά

ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ

να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες

αδιάφθορες μές το μονόλογο τον καθημερινό

κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν

μες το πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια

τυχαίες, σκοτωμένες απ΄ το νόημα

με αίσθημα ποτισμένες.

Η ποίηση δεν μας αλλάζει


Η ποίηση δεν μας αλλάζει τη ζωή

το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής

η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει

Δε σταματά η σήψη που προχώρησε

δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη

Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση

κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη

Curriculum vitae

Λένε πως έρχεσαι από νύχτα βαθιά

και σκορπίσανε όλοι

Βέβαια αιμόφυρτος με τα φώτα σβηστά

και σε κύκλωσαν όλοι

Έστω ένας χτύπος μα όλα είναι νεκρά

συγκατάνευσαν όλοι

Λένε η ανάσα του θα τσουρουφλίζει την καρδιά

κι έγιναν οι δήμιοι σκόνη

Είσαι η κίνηση

Είσαι η κίνηση

το στάσιμο νερό της ρίζας μου μόλις συσπάται

είσαι η διάφανη σκέψη μου, η εικόνα μου

η ουσία της νύχτας, το δάκρυ του μεσημεριού

είσαι ο Βαγγέλης

Σταθμός Λιτοχώρου

Παράξενα φέγγει στη μνήμη μου η αρχή. Είναι το
φέγγρισμα
πίσω απ’ το βράδυ, όταν το φως υποχωρεί απ’ τις γωνιές
όπως τα δίχτυα που απλώνουν στα τηλέφωνα κι ακούς
ένα ασυνάρτητο κενό μέσα στις ανοιχτές γραμμές
μια έκσταση από άταχτες φωνές μες απ’ τα σύρματα
το βράδυ στο σταθμό που συντροφεύει η θάλασσα
δυο τρία βράχια κι ο κόρφος ανοιχτός δίχως ορίζοντα
κι ο ήλιος σα λυπημένη Κυριακή κοντά στα Κάστρα

Δε θα ξεχάσω αυτό το φέγγος στο σταθμό
το πάθος που ξεπερνά την ευφροσύνη του κορμιού και από
σάρκα γίνεται πνευματική αγωνία
η αγωνία που φέρνουν οι σβησμένες φωνές στο κατώφλι της
νύχτας
η αγωνία που φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλο, η μοναξιά
μέσα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στο πάθος του άλλου

Όλα τελειώνουν στο τελευταίο σύνορο
χαμηλώνουν τα φώτα στο θάλαμο και σβήνουν
οι σιγανές πατημασιές. Προσευχηθείτε
για τις σκοπιές που αγρυπνούν

Πρίγκηπα η μέρα αργοσβήνει

Πρίγκηπα, η μέρα αργοσβήνει
Πρίγκηπα, η μέρα αργοσβήνει στις χιονισμένες πλαγιές
κι εσύ οδεύεις ψηλότερα. Τα χέρια σου αγκάλιασαν
το τιμόνι. Τα μάτια σου πάγωσαν λίμνες και δάση
κοιτούν κουρασμένα τις άσπρες κορυφογραμμές
ώσπου ο ουρανός ν’ αστράψει τη νύχτα της Γέννησης
χρωματιστά παιδάκια στη δακρυσμένη σου σκέψη

Κι εμένα με στέλνεις στις λασπωμένες ακτές. Να εξάψω
τις φωλιές της αντίστασης στα χωριά και στα πνεύματα
μιας ηλιόλουστης χειμωνιάτικης μέρας. Μεθυσμένος
από μιας ολονυχτία σε μισοφώτιστα μπαρ
να ορκιστώ πίστη κι ύστερα να πεθάνω
για σένα

Πρίγκηπα, γύρισα κι είδα τον άρρωστο ήλιο στις πορτοκαλιές
είδα τα νυχτολούλουδα στο παλάτι σου και τις κατάκλειστες
γρίλιες
και τ’ άλογά σου συλλογισμένα να βόσκουν στη χλόη.
Γιατί τα κτήματα δόθηκαν για το τίποτα, τα οικόσημα
της αιώνιας βασιλείας σου στο εφήμερο αίσθημα.
Στις μαρμάρινες σκάλες, στα ανάκλιντρα μιας επίχρυσης
δόξας με πήραν τ’ αναφιλητά
το αίμα σου μας δόθηκε, Πρίγκηπα, δε μας ανήκει

Στη βροχερή αποικία

Το φιλί σου δοσμένο την άνοιξη με καίει ακόμα
μισολιωμένο στα μάγουλα, στα λιγοστά μου πεσμένα μαλλιά
ήταν λαθρόβιο ή εξατμίστηκε εκείνη την ώρα
μέσα στα δάχτυλα ένα τίποτε ένας σπασμός

Το φιλί σου δοσμένο στην άσφαλτο με σέρνει μέσα
σε κλινικές όπου έζησα έγκλειστος, καθώς ξανά
θα γυρίσω εκεί κάποτε όταν έρθει η αρρώστια

Γιατί να δόθηκε, στη βροχερή αποικία που σε γνώρισα
ξέρω, δε θα βρεθεί ποτέ γιατρειά

Δελφίνια

Τα φώτα της Kαστέλλας τρέμουν μέσα στα δάκρυά σου, Πρίγκηπα

Οι λόφοι πεθαίνουν πριν από μας, και τα έλη δε θα στεγνώσουν με σένα

Όλα είναι μοντέρνα και όψιμα προς τη Γλυφάδα, όλα κατάφωτα

Στην ψίχα της νύχτας, σχεδόν ανέλπιδα μπορείς να πεις

Kι όμως τα δάκρυα τρέχουνε τώρα ασυγκράτητα
Η σκληράδα στο μοντέρνο γυαλί γίνεται όαση από ατμό και νεύρα
Από ανταύγειες μιας διάρκειας που υπάρχει μόνο για σε
Ανάμεσα σε μιαν αγάπη και σʼ ένα παγωμένο γιαπί
Θλιμμένος γυρίζω καθώς σουρουπώνει στο Mόλυβο
Και στις ακρογιαλιές όπου έσυρες τα μαλλιά σου στις θερμασμένες
πισίνες και στα παλιά αρχοντικά
Και στα τερατουργήματα κάποιας απλοϊκής καρδιάς καθώς βλασταίνει στο
πιο αθώο, στο πιο φιλντισένιο φιλί
Γιατί η ανεύθυνη λέξη σου ούτε καν γράφτηκε, μα θα γραφτεί
Άρχοντα. Πέφτει η νύχτα στη θάλασσα κι όλα είναι λίγα.
H ελπίδα μου είσαι, ένα θρύψαλο λύπης

Το πλάσμα


Ποια εξαίσια μουσική ξεχύνεται μες απ’ το σώμα σου

Ποια εξαίσια μουσική ξεχύνεται μες απ’ το σώμα σου

Kαι ποιο γαλήνιο τοπίο σε δέχεται μες στα νερά του

Μαδώντας ένα τριαντάφυλλο το χέρι πέρασε

Δοσμένο στην πιο μυστική ώρα, όταν γυμνώνεσαι ολότελα

Και πέφτεις σαν τον λαχταριστό καρπό στην υγρή χλόη

Τι ώρα είναι αυτή που όλη η ζωή σου αθροίζεται
Στον κανονικό χτύπο της καρδιάς, κάτω από το απλωμένο υφάδι
Ανάμεσα στα λυμένα μαλλιά και στον ασημένιο σταυρό του
Κοιμάσαι πάνω στα πεθαμένα φιλιά του, κομμένα στο μάρμαρο
Από το στόμα του προς τη ρευστή καθάρια μνήμη
Η ώρα η καλή που τα δάκρυα κυλούν πανικόβλητα
Μπερδεύονται αιχμάλωτα στην ουσία της μοίρας σου
Χαμένος στην υπόθεσή του, σχεδόν ανεμπόδιστος
Για οποιαδήποτε πίστη
Εργογραφία:


(1954) «Δύσκολος θάνατος»

(1960) «Ο θάνατος του Μύρωνα»

(1963) «Ποιήματα για ένα καλοκαίρι»

(1970) «44 ποιήματα, Επιλογή 1946-1966»

(1972) «Νοσοκομείο εκστρατείας»

(1974)«Αργό πετρέλαιο»

(1978, 1985) «Ο δύσκολος θάνατος (συγκεντρωτική έκδοση)

(1981,1991) «Ωδές στον Πρίγκηπα»

(1987) «Τρία ποιήματα»

(1952,1991) «Θάλασσα και συγχρονισμός» ποιητικό μονόπρακτο

(1991) «Ταξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα» (σύντομα κείμενα δημοσιογραφικού χαρακτήρα)

(1959) «Θάνατος και γέννηση στην ποίηση του Θέμελη» (μελέτη)

(1971,1981) «Α. Rembaud, Εκλάμψεις» (μετάφραση)

(1988) «Ε. Zola, Η ταβέρνα» (μετάφραση)

(Επιλογή-Επιμέλεια Σπύρος Αραβανής)