Nikos Lekkas

Ήμουνα το τζίνι με τα σακατεμένα μπράτσα
Μαρία Μήτσορα, Ο ήλιος δύω

Καπνίζω το ένα άφιλτρο μετά το άλλο και ψάχνω στις όχι και τόσο ογκώδεις βιβλιοθήκες μου, αγωνιωδώς βιβλία που να προσδιορίζουν την σχέση των παθών με το καθημερινό. Στο μυαλό μου έχω μια φράση, κολλημένο από χρόνια στους γάλλους, του Μοντεσιέ. Δεν την θυμάμαι ακριβώς αλλά η αισθητική της και η αξία της δεν έχει χαθεί. Κάπου λεει ότι «εγώ τις πράξεις μου δεν τις διάλεξα αλλά τις έπαθα»…
Η μεγαλύτερη μου κραιπάλη, από τα παιδικά μου χρόνια, ήταν η γαμημένη συνήθειά μου να μην μπορώ να ξεφύγω ποτέ από τα μάτια μου, να στήνω τον εαυτό μου απέναντι και από κει, από την απέναντι να του σκίζω τα βάρδουλα.
Ανάβω και άλλο τσιγάρο, τώρα που φύγαν προσωρινά(;) οι χαρμάνες ευχαριστιέμαι τον καπνό χωρίς να τον ευχαριστιέμαι, κάτι με κρατά μακριά από την ευχαρίστηση, απολαμβάνω καφέ με ντεκαφεϊνέ αισθήματα. Κάτι με κρατά απών από την ολοκλήρωση του οποιοδήποτε αισθήματος, το μυαλό μου γυρνά με αξία νιρβάνας σαν να ακούω Πιάφ ή σαν να βλέπω πίνακα του Ακριθάκη στους φίλους που έφυγαν νωρίς. Στο κρυστάλλινο και το πολύχρωμο της άλλης πλευράς. Της ζωής και του θανάτου. Του ταξιδιού. Του οριστικού μετά το φλου.
Ανέκαθεν για μένα η ντρόγκα ήταν το φαρμακάκι μου. Η μόνη οριστική μου και μη αποκλίνουσα από τις απόψεις μου δήλωσις. Η μορφή του πάγιου. Από δω μωρά μου, ξεκινάω για να φτάσω στο θεό μου.
Στα χέρια σημάδια ονείρωξης.
Στην ψύχη αίσθηση γαμησιού με καπότα. Απόλυτα προστατευμένου…
Στεγνά χείλη, σαν από ρουφηγμένα φιλιά.
Και άσε να λένε…
Ζούμε την εποχή της ειδικότητας.
Όλοι είναι εμπειρογνώμονες. Γονείς, ψυχίατροι, μπάτσοι.
Από το ψυχοφθόρο παιχνίδι της απόκτησης της ηρωίνης. Από την κατοχή ως την χρήση. Καβάτζωμα. Το τρένο φεύγει, πρέπει να προλάβεις. Το επόμενο αφορά άλλο ταξίδι, άλλο «τράβηγμα» άλλη πλευρά την ψυχής. Συνεχόμενη και ταυτόχρονα εντελώς αποκομμένης από την προηγούμενη. Όλα εδώ πληρώνονται. Και πλήρωσα. Ρωτήστε τους ειδικούς για αυτό. Με μοναχική πορεία. Και αν στο χασίσι αντέγραψα στην πρέζα έβγάλα το εντελώς δικό μου.
Στην Ομόνοια έσκαγα με λίνα και κολιέ. Σαν σε γιορτή. Στο Μεταξουργείο ζούσα την Αθήνα του 50. Σοκάκια και ακροκέραμα. Στα Εξάρχεια έγραφα ποιήματα. Στο Πατήσια μεθοκοπούσα, στην Κυψέλη τροτσκιστής. Αγκαλιά με το ξένο στοιχείο. Τώρα που γράφω, ξημερώματα, για τα όχι και τόσο εμφανώς χαρούμενα πράγματα, δικαιωμένα από θέση στα σημεία όμως, πίνω καφέ σε κρυστάλλινο ποτήρι το πληκτρολόγιο φωτίζεται από κεριά με άρωμα μόκας και άκουω Φλέρυ.
Αν μπορούσα να σκάσω στα νταραβέρια με αγνώστους στις πλατείες με σμόκιν και παπιόν θα το είχα κάνει.
Τρελός είμαι. Κατάφαση.
Τελικά έμενα η ουσία αυτή έπαιξε συντονιστικό ρόλο στην διαμόρφωση μου. Έχανα την στιγμή την ηδονή της ενδοφλέβιας χρήσης, τους μύτους, για να χαθώ στο πάρα πέρα. Μόνο ένας εντελώς ξύπνιος μπορεί να μιλήσει ξεκάθαρα για τα όνειρα γράφει ο Βαλερύ και το επισήμανε πρόσφατα η δική μας Νανά Ησαϊα στο «Η ιστορία τότε και τώρα»
Ταιριάζει γάντι στην περίπτώση μου. Κάθομαι και γράφω για όλα όσο δεν λεω εύκολα πίστεψε με όχι για την υποτιθέμενη ευκολία που υποτίθεται ότι έχω στο να παρατάσσω στην σειρά λέξεις. Το μυστικό σε έμενα είναι η πράξεις μου. Αυτές είναι που με χαρακτηρίζουν. Αν είσαι μάγκας και τις αποκρυπτογραφήσεις έχει καλός ειδάλλως αποκλείεται να καταλάβεις τις υπόγειες εμμονές μου.
Βλέπω την ζωή, χωρίς να είναι ζωή. Άκρως σχιζοφρενική στάση. Με καλυμμένη την επίγνωση της τρέλας στην σκοτεινή μου πλευρά. Όσο και να είναι τα σημάδια της είναι ορατά δια γυμνού οφθαλμού, το να μπορώ να αντιλαμβάνομαι χωρίς την αρωγή του μυαλού, είναι η αντίστασή μου. Αλίμονο αν η φαντασία γίνει μνήμη, δεν λένε. Πρέπει να είναι σωτήριο αυτό αλλά έχω την λέξη μνήμη στις άκλητες και άχρηστες λέξεις. Έχω βλέπεται την ευκαιρία να έχω ζήσει την ζωή μου σαν να μην ήμουν εγώ. Τα πάντα τα φόρεσα με την μορφή της μπέρτας.
Ο εκκεντρικός νους. Αυτός που μʼ έσωσε. Αυτός που με ρήμαζε. Το εστέτ αίσθημα. Το ότι δεν έχω αποσιωπήσει τίποτα. Το μοναδικό ψέμα που είπα ακόμα και στο εαυτό μου είναι το ότι είπα αλήθειες, για τις οποίες δεν είχε έρθει ακόμα το πλήρωμα του χρόνου. Και χρειάστηκε να κάτσω σαν μαθητούδι να επαναπροσδιορίσω λέξεις και έννοιες πρωταρχικές. Το ετοιμοπαράδοτο καλό, που πάντα μου έφερνε αναγούλα και το υπό κατασκευή κακό, που με έκανε να εκτιμήσω μια κάποιου είδους ψυχική ψωλή σε στύση. Τι θα πει καλό, τι κακό, αγάπη, μίσος, έρωτας, ξενέρα, μαστούρα, ενθουσιασμός, παρόρμηση, μπέσα, φιλία κοκ ιδέα δεν έχω. Ποια τα στεγανά και ποια τα ρευστά. Ούτε και από εκείνα ξέρω. Το μόνο που ένιωσα ότι υπάρχει στην ζωή μου είναι η σκιά ενός σπιτιού και το ατελείωτο των δρόμων. Χωρίς ενοχές και συγνώμη. Η σιγουριά και το αίσθημα του κινδύνου. Ίσες και αντίρροπες δυνάμεις που τις έχω ανάγκη και τις δύο.
Γελάω, κλαιω. Χλευάζω. Το εαυτό μου για την σωτηρία της ψυχής μου.
Και άλλα πολλά, αδύνατο να γραφούν…