Εκ βαθέων

Λυπήσου με, Θέ μου, στο δρόμο που πήρα,
Χωρίς, ως το τέλος, να ξέρω το πώς,
– χωρίς να’ χω μάθει, με μια τέτοια μοίρα,
ποιο κρίμα με δένει, και ποιος ο σκοπός!

Λυπήσου τα χρόνια που πάνε χαμένα,
Προτού η νύχτα πάλι βαριά ν’ απλωθεί
Ζητώντας τους άλλους, ζητώντας και μένα,
Ζητώντας εκείνο που δεν θα βρεθεί!

Λυπήσου όλα εκείνα που πάνε του κάκου,
Γιατί έτσι τους είπαν πως είναι γραφτό,
Και γίνουνται χώμα, στα βάθη ενός λάκκου,
Χωρίς να γυρέψουν το λόγο γι’ αυτό!

Λυπήσου και κείνα, λυπήσου και μένα,
– και μένα που πάω με καρδιά στοργική,
ζητώντας μια λύση, σε πράγματα ξένα,
που δεν έχουν, Θέ μου, καμιά λογική…

Λιγάκι να κάνω πως κάτι με σέρνει,
Λιγάκι να φέξει μες στα σκοτεινά,
Κι αμέσως η μοίρα μου να ξαναπαίρνει,
Κι αμέσως η νύχτα γυρίζει ξανά…

Λυπήσου με, Θέ μου, στην απόγνωσή μου,
Λυπήσου την φλόγα που ματαία σκορπώ
– λυπήσου με μες στην αγανάκτησή μου,
να ζω δίχως λόγο και δίχως σκοπό…

ΚΙ ΕΠΙΝΑ ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΑ ΧΕΙΛΙΑ ΣΟΥ

Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
Κι ήταν άσπρο το κρεβάτι,
Κι όλο θόλωνε, όλο μέλωνε
Το γλυκό σου μάτι,

Και τα χέρια σου πλεκόντουσαν
Στο κορμί μου γύρω γύρω,
Κι έπινα μέσα απ’ τα χείλια σου,
Γλυκιάν άχνα σαν το μύρο,

Και σταλάζανε απ’ τα χείλια σου
Γλυκά λόγια σαν τα μύρα,
Και ήταν άσπρό το κρεβάτι μας
Κι οι μπερντέδες σαν πορφύρα…

Έτσι αγάπη μου σε χόρτασα
Κι έτσι αγάπη μου σε ήπια
Μέσα στ’ άνομα αγκαλιάσματα
Στ’ άνομα καρδιοχτύπια

Κι απ΄ το μέλι ποθοπλάνταζε
Το κορμί σου και το μάτι
Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
Κι ήταν άσπρο το κρεβάτι

Άτιτλο;

Κάτω στου Μήτσου το τεκέ
Κάναν οι μπάτσοι μπλόκο,
Και βρήκαν ντουμανότρυπες
Κι ένα γιαπί λουλάδες,
Πενηνταδυό διμούτσουνες
Και δεκαοχτώ μαρκούτσια.
Σουρτά, σουρτά με μπαμπεσιά
Ζυγώσαν οι ρουφιάνοι
Με ζούλα ήρθαν οι πούστηδες
Και μας εβάναν μπροστά:
Τσιμπήσαν πρώτα το Μπαλήν
Όπου φυλούσε τσίλλιες
Και μπήκαν στο τσαρδάκι μας

Και μας τα κάναν λίμπα!
Πήραν τις ντουμανότρυπες
Πήραν και τους λουλάδες,
Πήραν και τις διμούτσουνες

Τα δεκαοχτώ μαρκούτσια
Πήραν και του ντερβίσηδες
Και στο πλεκτό το πάνε,
Πήραν το Μίκα το Ντουρντή
Το τζε του Νταλαβέρη
Το Μπάρμπουλα, το Μπόρμπουλα
Και το Μπαλή το Μήτσο
Πήρανε και το Ντερτιλή
Το Ντάτα το θηρίο
Πούκαντε πέντε στη Παλιά
Και δώδεκα στ’ Ανάπλι
Κι όντας τσακίζεται
Λέει: Οφ, τα’ αδερφάκι!
………………………………….

Τα ποιήματα της σκιάς 1939-1943

1939

τώρα , που γυρίζει πάλι,
προς την άνοιξη ο καιρός,
κι ο ήλιος , σαν καρδιά μεγάλη,
μας αγγίζει φλογερός^

που όλα γύρω απ’ του χειμώνα
λυτρωμένα να ζούνε μόνα,
λαχταρούνε για στοργή,

κι όλα βρίσκουν τα ‘να τα’ άλλ
Σα χαμένο θησαυρό
Με το νού μου είπα να βάλω
Κι εγώ κάτι πως θα βρω…

Και κινώντας ένα γιόμα,
Σαν αλήτης που πεινά
(και απ’ αυτόν ίσως ακόμα
πιο βουβά και ταπεινά)

και με κάποιον κρυφό τρόμο,
στην ψυχή την ορφανή,
γύρεψα διλά στο δρόμο
κάτι, θε μου να φανεί!

Μα δεν πρόκανες ελπίδα
Μια στιγμή να μου φανείς
Και για μένα , αμέσως, είδα,
Πως Δε βρίσκετε κανείς,

Και χωρίς να ρίχνω πίσω
Μάτια πόθου φλογερά.
Πρέπει ν’ αποχαιρετήσω
Κάθε σκέψη και χαρά…

Τι κι αν όλα λένε, γύρα,
Πως δεν ήταν ως εκεί,
Κι αρχινάν, της γης τα μύρα,
Την παλιά τους μουσική;

Τι και φέγγε, απάνωθέ μου,
Πλούσιος ο ήλιος ο παλιός;
Ολ’ αυτά, για μένα, Θε μου,
Πόσο, τότε, ήταν αλλιώς…

Κι έτσι, ανοίγοντας τη θύρα,
Που οδηγεί προς τα Παλιά,
Να σκορπίσουν όλα, γύρα
Σαν ανώφελα πουλιά,

Θα βαδίσω προς το Πέρα,
Δίχως τίποτα να πω,
Χωρισμένος κάθε μέρα
Κι από κάτι π’ αγαπώ

Καρτερώντας ως την ώρα,
Πάλι, Θε μου, που θενά
Σμίξουμε, για πάντα τώρα
Μες στο Μέγα Πουθενά…

ΕΝΑΣ ΧΑΜΕΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ
Και ο λόγος σάρξ εγένετο, και εσκήνωσεν εν ημίν
Το κατά Ιωάννην ευαγγέλιον

1
μες στη βαθιά τη νύχτα – πάνε χρόνια,
στου Αγνώστου την αθώρητη κορφή
πιο πέρα κι απ’ τους δρόμους της Χιμαίρας
υπήρχε από καιρό, δεν ξέρω, τι
– κάτι δειλό, κι αλλόκοτο, και μόνο,
που γύριζε, και γύρευε μορφή.

Να γίνει, απ’ όλα γύρω του, το πρώτο,
Θε να ταν απ’ την μοίρα του γραφτό^
Μπορεί κανένα πλάσμα, ίσαμε τώρα,
Να μην είχε φανεί καθώς αυτό^
Μπορεί και να ήταν κάποια Παρουσία
Κάποιο λυσίπονο τελειωτικό…

Και να που, με καιρό, καθώς γυρνούσε,
Ζητώντας , μεσ’ απ’ άστρα να φανεί,
Κατόρθωσε και πρόβαλε, επιτέλους
Ένα φτωχό λουλούδι, ένα πρωί…
Τρίλλιζαν, κελαηδούσαν τα πουλάκια,
Χαρά θεού, γελούσαν οι ουρανοί!

Βγήκε σε μια πλαγιά, – τα’ ήταν δεν ξέρω,
Και μήτε και μπορώ να πω το που:
Φτωχό λουλούδι, καν απλό χορτάρι
Του κάμπου των αγρών ή του γιαλού,
– κι αν άνοιξε στα μέρη τα δικά μας
ή μην αυτό συνέβη αλλού…

το μεσημέρι φάνταζε Σα φλόγα,
και γιόμιζε το μέρος ευωδιά^
μια μικρή μέλισσα ήρθε, προς το βράδυ,
στα πέταλά του τα χιμαιρικά,
κι έγινε το καλύτερο το μέλι,
σ’ όλο τον τόπο εκείνη τη χρονιά…

μεγάλωσε, έτσι, αμέριμνα, ως το βράδυ^
μα πριν το βράδυ πέσει στο βουνό,
περινούσ’ ένας βοσκός με το κοπάδι,
που αργά τραβούσε κατά το χωριό^
το’ κοψε, και το πέταξε πιο πέρα^
πριν να προβάλουν τα’ άστρα, ήταν νεκρό…

2

τη δεύτερη φορά που ήρθε στη γη μας,
ήταν ένα γατάκι γαλανό^
γεννήθηκε μια νύχτα του Φλεβάρη,
λαμπρό φεγγάρι ήταν στον ουρανό^
κι αυτό έγινε, δεν ξέρω σε ποιον τόπο,
σ’ ένα μικρό σπιτάκι σκοτεινό.

Σ’ αυτό καθόταν μοναχά μια γριούλα^
Μια γριούλα με τα πέντε της παιδιά^
Τα δυο μεγάλα λείπανε στα ξένα,
Χωρίς ελπίδα να γυρίσουν πια^
Μονάχα τα κορίτσια ήταν κοντά της,
Κι ο πιο μικρός με τα σγουρά μαλλιά.

Λίγο έλειψε κι αυτό να πάει με τα’ άλλα:
Μα επειδής ήταν άσπρο, παχουλό,
Το γλυτώσεν αποβραδίς η Αννούλα ,
Και το’ βανε κρυφά στο πλυσταριό^
Και αργότερα του πέρασε, για χάζι,
Μια κορδελίστα γύρω στο λαιμό.

Ποιος να’ λεγε σ’ εκείνους τους καημένους,
Που ζούσαν πάντα τόσο ταπεινοί,
Πως έλαχε σ’ αυτούς ο κλήρος, τώρα,
Ν’ ακούσουν τη μεγάλη τη Φωνή.
– να ιδούν το Κάτι εκείνο , που είχε κάνει,
δεν ξέρω πόσους αιώνες να φάνει!

Τώρα ήταν ένα σύχαρο γατάκι,
Παράξενα θλιμμένο και γλυκό^
Τα μάτια του κοιτούσαν ώρες- ώρες,
Μ’ ένα μυστήριο τόσο αγγελικό,
Που μόνο αυτό θ’ αρκούσε, μια για πάντα,
Να διώξει απ’ τους ανθρώπους το κακό…

Τότε έπεσε πολλή χαρά στο σπίτι:
Γύρισε ο πρώτος γιος, ο ναυτικός,
Με το πουγγί γιομάτο, από τα ξένα^
Σε λίγο ήρθε και ο δεύτερος ο γιος^
Κι η Αννούλα πήρε κάποιο παλικάρι,
Κι έπαψε η γρίνια πια και ο τσακωμός…

Η δεύτερη διορίστηκε δασκάλα,
Σ’ ένα χωριό γειτονικό, σιμά^
Κι ο μικρούλης, ακόμα ο πιο τεμπέλης,
Δούλευε τώρα, κι έβγαζε αρκετά.
Στα τελευταία, κι η μάνα μια αυγούλα,
Κοιμήθηκε, κι αυτή παντοτινά…

Και το γατάκι ξάπλωνε στον ήλιο,
Κι όλα βαδίζαν, όλα, μια χαρά!
Μα να που ένα βραδάκι του χειμώνα,
Το βρήκε πάλι κάποια συφορά:
Μια ρόδα, ξαφνικά το πήρε σβάρνα,
Και του’ σπασε και τα δυο του τα πλευρά…

Στο δρόμο, χάμου, απόμεινε πεσμένο,
Καλώντας, λες, κι εγώ δεν ξέρω τι,
Με την απελπισμένη του φωνούλα,
Θλιμμένη τόσο, και σπαραχτική!
Μ’ αν έτυχε και κάποιοι να περάσουν,
Ήταν αδιάφοροι και βιαστικοί…

Στις πέντε, προς το βράδυ, ξεψυχούσε^
Τριγύρω του απλωνόταν ερημιά^
Κανένας, τώρα, να το συμπονέσει,
Μήτε καμιάν ελπίδα πουθενά…
Πύκνωσε το σκοτάδι, βγήκαν τα’ άστρα,
Κι αρχίνησε να βρέχει σιγανά.

Στις έντεκα, τη νύχτα ζούσε ακόμα^
Μα τώρα πια η φωνή του ήταν φριχτή
Θαρρείς ένα τραγούδι του Υπερπέραν,
– κάτι που δεν λεγόταν πια φωνή!
Σχεδόν ως τα μεσάνυχτα ακουγόταν,
Ώσπου, στο τέλος, έπαψε κι αυτή…

3

δοκίμασε άλλη μια φορά για να’ θρει
– κι έγινε ένα παιδάκι τρυφερό^
σο μέρος που γεννήθηκε, είχε πέσει
κακό μεγάλο, εκείνο τον καιρό:
μίση, κακίες, καυγάδες δίχως τέλος,
το τι γινόταν ήταν φοβερό!

Σαν έκλεισε τα πέντε του τα χρόνια,
Και πήγε στο σκολείο της γειτονιάς,
Βασίλεψε παντού μια τέτοια ειρήνη,
Που κλέφτης δεν υπήρχε ούτε φονιάς!
Τώρα, όλες οι γωνιές κι όλες οι στράτες
Ήταν γιομάτες άνθη λεμονιάς…

Κάθε φορά που πήγαινε στην τάξη
Με την μικρή του ζώνη, τη λευκή
Στο δρόμο, όσοι περνούσανε σιμά του,
Γυρνούσαν το κεφάλι εκστατικοί
Και γητεμένοι κι ονειροπαρμένοι
Τα ακολουθούσαν μυστικά ως εκεί!

Κι όσο για τα μεγάλα του τα μάτια,
Τα’ αλλόκοτα, γλυκά και τρυφερά
Σκορπούσαν τόσο φως ολόγυρά του
Κι ήτανε τώρα τόσο φλογερά
– που μόνο αυτά αρκούσαν, εδώ κάτου
να φέρουν την στοργή και την χαρά…

Μα μ’ όλ αυτά δεν γλύτωσε και πάλι:
Κάποιο μουντό βραδάκι θλιβερό,
Την ώρα που αρχινούσε το σκοτάδι
Καθώς γυρνούσε μόνο απ το σκολειό
Σε μια γωνιά περνούσε κάποιο τρένο:
Το πρόλαβε, – και το κόψε στα δυο…

4
κι έτσι, αφού τρεις φορές, μεσ’ απ΄τη Νύχτα
με τρεις μορφές δοκίμασε να ρθει
κατάλαβε πως άδικα ζητούσε
να δει, σ’ αυτή την πλάση, προκοπή
γι’ αυτό, κι εκείνο , γύρισε για πάντα
και χάθηκε, ξανά μες στην Σιωπή.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ

Είπα πιο πάνω: γύρισε για πάντα
Και χάθηκε, ξανά μες στην Σιωπή
– κι ο μύθος, μια κι Εκείνο ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ
σε αυτή την φράση πρέπει να κοπεί.
Μα τι σημαίνει αυτό το «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ»
Ποιος θα ταν ικανός να μας το πει;…

ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Το Άγνώστο γύρω και παντού, – κι ο Νόμος ο Τρανός του!
Κι ενώ σε είμαστε παρά μορφές αυτού του Αγνώστου,
Φαντάσματα, όλοι, και καπνοί, στην δίνη της Αβύσσου
(με τα’ όνειρο, φτωχή ψυχή, για μόνη απολαβή σου),

μάταια φαντάσματα, τυφλά, που το σκοτάδι σπέρνει
που η νύχτα φέρνει μια στιγμή, κι η νύχτα, πάλι, παίρνει,
χαμένοι, δίχως γυρισμό μες στον αιώνιο σάλο,
μισούμε και εχθρευόμαστε – και κρίνει ο ένας τον άλλο…

ΠΡΟΣΜΟΝΗ

Τις βαριές τις ώρες που είμαι μόνος
Και δεν είναι γύρω μου κανείς
Που δεν είμαι παρά μόνο πόνος,
– περιμένω, Μάνα, να φανείς

Κι όμως ήξερε όλες σου τις πράξεις
Πριν, Σα ρόδο, σπάσεις και σαπείς
Σχεδόν ξέρω πως θα με κοιτάξεις
Και τα λόγια ακόμα, που θα πεις…

Ξέρω ακόμα, πως θα με χαϊδέψεις
Μ’ ένα τρόπο τόσο τρυφερό,
Που θα σβήσεις όλες μου τις σκέψεις
Που με βαραίνουν, τόσο καιρό…

Κι άμα νιώσεις όλο μου τον πόνο,
Τι μεγάλος είναι και βαθύς
Φτάνει τη ματιά μου να δεις μόνο,
– δεν θα φύγεις… θα με λυπηθείς!

ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΟΣ…

Είμαι μόνος. Βραδιάζει. Τι να κάνω…
Τα χέρια μου είναι τόσο απελπισμένα!
Τα χέρια μου είναι τόσο κουρασμένα!
Τα αφήνω και γλιστρούν αργά στο πιάνο…

Παίζω στην τύχη, κάτι αγαπημένο,
Κάτι παλιό, και γνώριμο, και πλάνο..
Και πάλι σταματώ. Δεν επιμένω.
Θα προτιμούσα μάλλον να πεθάνω…

ΕΡΙΝΥΕΣ

Παλιά τραγούδια μακρινά χαμένα από καιρό
Μες σε στιγμές αγγελικές ή μέσα στ’ όνειρό μου,
Τώρα που, εντός μου, τίποτα δεν μένει πια γερό
Το βράδυ που σας θυμηθώ μοιάζει με βράδυ τρόμου^

Κι εσάς που πάντα φύλαγα, για μια παρηγοριά
– Σα μια στερνή και μαγική παρηγοριά δική μου
Σας βλέπω τώρα, ξαφνικά ν’ αλλάζετε θωριά
Και να στε απ’ όλες τις πληγές, η πιο μαρτυρική μου!

Για αυτό, σφαλώντας τη ματιά πηγαίνω να χαθώ.
Μες στους πικρούς σας εμπαιγμούς και μες στις ειρωνείες,
Τώρα που τίποτα γερό δεν έμεινε κι ορθό
– τραγούδια μου Ερινύες!..

(Επιλογή-Επιμέλεια Νίκος Λέκκας)