ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
ΚΑΤΑΚΕΙΜΕΝΟΣ ΟΡΘΙΟΣ

Του ΣΑΒΒΑ ΜΙΧΑΗΛ

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Νέα Προοπτική» όργανο του Εργατικού Επαναστατικού Κόμματος ( Ε.Ε.Κ- Τροτσκιστές ) στο φύλο 14 την 13η Οκτώβρη 1990. Ακολούθησε και αυτόνομη μπροσούρα.

ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΑΛΗΘΕΥΟΥΜΕ;
– ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ
Ν. ΚΑΡΟΥΖΟΣ
ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΝΥΧΤΩΔΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗ

1. Κάποτε ρώτησαν τον Ραμπί Μεναχέμ μ΄εντελ του Βόρκι, τι ξεχωρίζει ένα παιδί του Αβραάμ από τους άλλους ανθρώπους. Κι αυτός απάντησε: «Τρία πράγματα του ταιριάζουν. Γονατίζει όρθιος, κραυγάζει άλαλος και χορεύει ακίνητος»
Μεταφέρθηκε η χασσιδική αυτή ιστορία , πάνω από έναν αιώνα αργότερα, στο Νίκο Καρούζο. Κι ο ποιητής την ένοιωσε βαθιά. Στην ζωή του κράτησε και στην «κρονστάνδη»του μίλησε γι’ αυτήν ακριβώς την στάση
Κι αποτυχίζω την απόγνωση κατακείμενος
Όρθιος.
Ο Καρούζος, ο άνθρωπος , ο ποιητής, ο επαναστάτης, είναι η Αντίφαση η φλεγόμενη που μηδέποτε κατακαίεται. Ο δρόμος του, γραφέων οδός ευθεία και σχολική μέθη. Και η Ποιήσή του, η εναντία εις ταυτόν αγαγουσα.

2. «κι αποτυχίζω την απόγνωση…»

η απόγνωση της ανθρώπινης ύπαρξης δεν χωρίζεται, για τον Καρούζο, από την οδύνη της Ιστορίας. Το έχουμε πει και αλλού: όπως σε κάποιον πονάει το κεφάλι του ή το δόντι του στον Καρούζο πονάει η ιστορία. Ψηλαφά την ύπαρξη ιστορικά και την Ιστορία υπαρξιακά. Γι’ αυτό δεν συμβιβάζεται με την απόγνωση.
Μιλώντας με αγάπη για τον Samuel Beckett γράφει:
«αλλά κάπου πραγματικά γελιέται ο Beckett. Εννοώ πως ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να διαλέξει και να μην ψοφήσει στην απόγνώση. Το παράλογο που πηγάζει απ’ την ενότητα της ζωής και του θανάτου λείπει απ΄’ τη ματεριαλιστική βίωση, όπου οι όποιοι απελπισμοί και οι και οι όποιες απογνώσεις βιώνονται στη διάσταση της μελλοντικότητας που θα’ βρει τους τρόπους να τις αναιρέσει» (Μεταφυσικές εντυπώσεις από την ζωή ως το θέατρο).
Ο Καρούζος αποτοιχίζει την απόγνωση, δηλαδή – όπως ο ίδιος μας έχει εξηγήσει το νεολογισμό – την οδηγεί σε αποτυχία, σε αυτοαναίρεση. Δεν την αποφεύγει, ούτε την ξορκίζει μικρόψυχα, την δυναμιτίζει και την ανατινάζει εκ των ένδον, μ’ όλο το τίμημα που αυτό συνεπάγεται. Ζει την χαρμολύπη της καθολικής απελευθέρωσης: «Μακρά σοφία γα ζωή ανώτερη. Μακρά νοσταλγία του ύψους. Αξία λυτρωτική. Μακρό πένθος της ελευθερίας. Υπεράνω της ανυπόφορης θεολογίας. Ο χρόνος που γίνεται παράδεισος και όχι πανικός (ο.π.π)
Η βίωση του Καρούζου παραμένει «ματεριαλιστική». Για την ακρίβεια υλιστική- διαλεκτική ή όπως θάλεγε και ο ίδιος, υλιστική – ουρανοχαρής.

3. Η σχέση του Νίκου Καρούζου με τον Διονύσιο Σολωμό είναι υπαρκτή, βαθειά , ζωντανή – και δυσφημισμένη. Διάφοροι την αναζητούν μ’ εξωτερικές συγκρίσεις σε φαινομενικές ομοιότητες π. χ στο κοινό πάθος για την γλώσσα. Άλλοι καταγίνονται με μετρήσεις ύψους, αν είναι «ισοϋψής» ή «ανισοϋψής» ποιητές. Σάμπως να μπορεί κανείς να μετρήσει τα γνήσια ποιητικά μεγέθη, όταν ξεφεύγουν απ’ τα όρια της συγκυρίας «με την μεζούρα του εμποροράφτη» κατά την έκφραση του Τρότσκυ..
Η σχέση πρέπει ν’ ανιχνευτεί στην ιστορική- υλική πηγή της. Και οι δύο βάλανε στο επίκεντρο της ποιητικής τους Οδύσσειας το αίνιγμα της Ιστορίας – και φτάσανε στην οξύτερη ποιητική συνείδηση του τέλους της. Και οι δυό αναζήτησαν με πάθος τους δρόμους και τους τρόπους με τους οποίους η επανάσταση θα γίνει διαρκής δεν θα μείνει στην μέση, θλιβερό ερείπιο.
Εδώ, όμως, βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά τους. Ο Σολωμός ξεκίνησε τον καιρό της ανερχόμενης κι ανολοκλήρωτης δημοκρατικής αστικής επανάστασης. Ο Καρούζος συνέχισε την εποχή της ανερχόμενης κι ανολοκλήρωτης σοσιαλιστικής επανάστασης.
Όσο απομακρυνόμαστε από τα χρόνια του Σολωμού και της πρώτης επανάστασης, και η δεύτερη χάνονταν στον ορίζοντα κολοβή και οριστικά τερματισμένη, τόσο στερεύει και η ιστορική συνείδηση από την νεοελληνική ποίηση ή ξέπεφτε σε στείρο ιστορικισμό, δέσμιο στα εκάστοτε ιδεολογήματα της άρχουσας τάξης.
Στον αιώνα μας, αναμφίβολα ο Καβάφης έχει οξύτατη ιστορική συνείδηση, και μάλιστα συνείδηση της ιστορικής παρακμής του σύγχρονου αστικού κόσμου, αλλά, ο Καβάφης είναι κατ’ εξοχήν «ελληνικός»προ- μεσσιανικός: στην ποίηση του δεν υπάρχει τέλος της Ιστορίας. Ο ορφικός Σικελιανός, με τον τρόπο του, το ψηλαφά. Αλλά συχνά συγχέει τον ιστορικό με το μυθολογικό χρόνο.
Η δεύτερη επαναστατική τομή που γνωρίζει η ιστορική εξέλιξη της νεώτερης ελληνικής κοινωνίας έρχεται με την Αντίσταση και την προδομένη σοσιαλιστική επανάσταση του 1941-49. Μέσα απ’ το χάσμα που άνοιξε ο σεισμός αυτός βγήκε το άνθος της ποίησης του Καρούζου.
Σ’ αντίθεση μ’ άλλους μεταπολεμικούς – μεταπολεμικούς ποιητές, ούτε κλείσθηκε στο κλουβί της ιδιωτείας, ούτε έγινε «ποιητής της ήττας» σβήνοντας κάθε επαναστατική προοπτική στ’ όνομα της ήττας της επανάστασης^ ούτε, πάλι, έγινε ο τραγουδοποιός του σταλινισμού, του πρωταίτιου της ήττας. Έμεινε μέχρι τέλους κομμουνιστής και γι’ αυτό ασυμβίβαστος αντισταλινικός. Αναζήτησε όλα τα γιατί και πως, γύρισε ξανά και ξανά στο έπος και την τραγωδία της Οκτωβριανής Επανάστασης, ανοίχτηκε προς όλα τα ρεύματα του εργατικού κινήματος, προς όλες τις επαναστατικές εμπειρίες και τους αγώνες, όλες τις περιπέτειες του ανθρώπου και του ανθρώπινου πνεύματος. Έζησε με τον Σαιν Ζύστ και τον Κουτόν, με τον Ροβεσπιέρο και τον Μακρυγιάννη, με τον Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη, με τον Ηράκλειτο και τον Κάφκα, με τον Λένιν και τον Τρότσκυ, τους μπολσεβίκους, τους ναύτες, της Κρονστάνδης, τον Γκουεβάρα, τον δολοφονημένο απ τους φασίστες του Σαλβαντορ αρχιεπίσκοπο Ρομέρο, τους μακρονησιώτες και τους εξόριστους της Ικαρίας, τους ταπεινούς και τους εξεγερμένους όπου γης. Ήταν οικουμενικός στην Τέχνη και στην Επανάσταση, στα βάθη της παράδοσης και στις πιο απόκρημνες κορυφές της πρωτοπορίας.
Δεν ήταν θέμα απλώς επιλογής αλλά ανάγκη: η ολοκλήρωση της επανάστασης απαιτεί και διεκδικεί την ολοκλήρωση του ανθρώπου. Η αταξική κοινωνία είναι η κοινωνία του ολικού ανθρώπου.
«Μόνον αυτοί που τρέφουν όνειρα
απολαμβάνουν την πραγματικότητα»
Ν. Καρούζος
Δυνατότητες χρήση της ομιλίας
4. Το πάθος της ιστορίας εξηγεί το πάθος του Καρούζου για τη γλώσσα, και όχι το ανάποδο. Δεν ήταν ποτέ θετικιστής- φετιχιστής της γλώσσας. Ας ακούσουμε τον ίδιο να λεει:
«Είμαστε φτασμένοι, χωρίς αμφιβολία, σ’ ένα όριο της Ιστορία, όπου περισσότερο από άλλοτε, ο άνθρωπος κλυδωνίζεται ανάμεσα σε λέξεις. Ο αγώνας, ανέκαθεν είναι βέβαια να υποτάξει τις λέξεις, άρα να σταθεροποιήσει την αλήθεια. Μα για να κατορθώσει τούτο χρειάζεται την αδέσμευτη σκέψη, εκείνη που θα επιτρέψει να γλιτώσει απ’ τον αδυσώπητο κλυδωνισμό ανάμεσα στις λέξεις…
…Όταν κατανοώ, πως ο αγώνας είναι, πάντα, να υποτάξουμε τη γλώσσα, ουσιαστικά βλέπω και συνειδηταίνω, πως ο αγώνας είναι να παρατήσουμε τις λέξεις. Αφαιρώντας απ’ τις λέξεις την εξουσίαν απάνω μας, ελευθερώνουμε την εσώτερη γνώση απ’ τις άπειρες ιστορικές της επενδύσεις, την καθαρίζουμε από τόσες και τόσες κληρονομιές, ώστε να μας αιφνιδιάσει σαν άγνωστος καταρράκτης, από μόνη της, εσωτερικά μπορώντας τη γυμνή της ακεραιότητα. Έτσι γνωρίζουμε ελευθερία, και λύνουμε τους κόμπους τον οντολογικών περιπλοκών…
… Ερχόμαστε, δηλαδή, πριν απ’ την γλώσσα μες’ απ’ την εμπειρία της γλώσσας. Γυρισμός. Άλλωστε, ήμαστε κάποτε πριν απ’ τη γλώσσα και νικήσαμε τη φύση κατακτώντας τη γλώσσα. Πώς να διανοηθούμε ανίκητη την ίδια τη γλώσσα; Εξαπολύσαμε μια δύναμη ελευθερίας, που όμως μας υπόταξε» (Μεταφυσικές εντυπώσεις απ’ τη ζωή ως το θέατρο)
απ’ αυτή τη γωνία πρέπει να ιδωθούν οι «λεκτομηχανές» του Καρούζου. Δεν φετιχοποιούν αλλά από- φενακίζουν τις λέξεις. Μέσα από την τρικυμία του λόγου, αναδύονται τα πλάσματα του βυθού και ακούγεται ο λόγος «ο εν τη φωνή αφώνως φθεγγόμενος» (Συμεών ο Νέος Θεολόγος)
«Ερχόμαστε πριν απ’ τη γλώσσα» και γυρίζουμε στην αφετηρία, στη Φύση, περνώντας μέσα από την εμπειρία της γλώσσας κι όλες τις ιστορικές πραγματώσεις του κοινωνικού ανθρώπου, αναιρώντας το αλλοτριωτικό χαρακτήρα, που αυτές απέκτησαν στη διαδρομή της ταξικής κοινωνίας, διατηρώντας συνάμα και υπερβαίνοντας το πνευματικό τους κεκτημένο περιεχόμενο. Έτσι «οι δυνάμεις ελευθερίας» που γίνανε δυνάμεις καθυπόταξης, απελευθερώνονται και απελευθερώνουν.
5. Μόνο στο δρόμο αυτό λύνεται η εσχάτη απορία του πλατωνικού «Κρατύλου»
« Σύντροφε, θα κατεδαφίσουμε ποτέ την κοινωνική δυστυχία; Χρωστούμε στην πάλη, βεβαίως.
Αύριο περιμένω να συναχτούμε χαρούμενοι, για να γλιτώσουμε τη διαλεκτική της επαναστατικής αιθρίας απ’ τις ανούσιες θεωρητικές συζητήσεις. Κάθε καλό στην οργή του λαού και ας αναπνέουμε οράματα^ είμαστε γι’ αυτό ακριβώς οι καλύτεροι της Ιστορίας.
Εργάσου τώρα στου εαυτού την εκμηδένιση κραυγάζοντας «κάτω οι μιαροί παρασημάδες» εμείς μπορούμε ν δώσουμε τη ζωή μας μέσα σ’ ένα
Συλλαλητήριο
Εσείς τι μπορείτε;
Ν. Καρούζος , Αντισεισμικός Τάφος.

Η απορία και το λογικό αδιέξοδο υπάρχουν όταν αφετηρία για την προσέγγιση της γλώσσας γίνεται η ίδια η γλώσσα, είτε παίρνεται σαν «φύσει πεφυκυία» και ταυτίζεται αφηρημένα με τον Ον είτε όταν θεωρείτε «συνθήκη και ομολογία». Τεχνητή σύμβαση σε απόλυτη διαφορά με το Ον. Το ζήτημα είναι, όχι η αφηρημένη ταυτότητα ή η αφηρημένη διαφορά αλλά η ταυτότητα της ταυτότητας και της διαφοράς των όντων και των «ονομάτων» η ενότητα των αντιθέτων όπου το πρωταρχικό αντίθετο, η αφετηρία κι ο χώρος του γυρισμού είναι το ίδιο το ον. [‘Όντινα μεν τοίνυν τρόπον δει μανθάνει ή ευρίσκειν τα όντα, μείζον ίσως εστίν εγνωκέναι ή κατ’ εμέ και σε ^ αγαπητόν Δε και τούτο ομολογήσασθαι, ότι ουκ εξ ονομάτων αλλα΄πολύ μάλλον αυτά εξ αυτών και μαθητέον και ζητήτεον ή εκ των ονομάτων αλλά πολύ μάλλον αυτά εξ αυτών και μαθητέον και ζητήτέον ή εκ των ονομάτων’ (Κρατύλος 439β)].
Αυτός «ο γυρισμός» στην αφετηρία, στα όντα , «πριν απ΄τη γλώσσα μες’ απ’ την εμπειρία της γλώσσας» για τον οποίο μιλάει ο Καρούζος, έχει την αντίστροφη κατεύθυνση απ’ την επιστροφή στο «άμεσο Είναι» που ζητά ο Χάιντεγκερ, στην «παρ- ουσία της αμεσότητας του Είναι»
Η αρχική αμεσότητα του Είναι, στη διαλεκτική του Χέγκελ (και του Μαρξ) είναι ακόμη αφηρημένη, μονόπλευρη, φτωχή, σε προσδιορισμούς. Το απόλυτο, το αληθινό βρίσκεται στο αποτέλεσμα του όλου Γίγνεσθαι.
Κι ο Καρούζος – παρά την δηλωμένη αντιπάθειά του για τον Χέγκελ- δεν ζητά την αφηρημένη αμεσότητα αλλά αυτό που ονομάζει «αρτίωση» και «Ολώση». Η δεσπόδουσα αρχή της ποίησής του και της ζωής του ήταν, σύμφωνα με τη δικιά του πάλι έκφραση η θέληση για τη συντέλεια της ελευθέριας.

6. Μετά τα τελευταία γενέθλια της ζωής του, στις 17 Ιουλίου 1990 κλείνοντας τα 64 και μπαίνοντας στα 65, ο Νίκος Καρούζος έλεγε χωρίς φιλαυτία, με χαρμόσυνο πένθος: «65 χρόνων πέθαναν και τρεις μέγιστοι άνθρωποι: ο Ηράκλειτος, ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ κι ο Καρλ Μαρξ».
Αν δεν αγαπάς και τους τρεις, πως μπορείς να διαβάσεις τα ποιήματα του Καρούζου;

7. Μόλις πέθανε κάποιος δίκαιος, που ήταν φίλος του Ραμπί Μεναχέμ Μεντελ του Βόρκι, ένας Χασσίδ έκανε επίσκεψη στον ραββίνο για να οτυ διηγηθεί τις τελευταίες στιγμές του φίλου του. «Πώς έγινε;» ρώτησε ο Ραμπί Μέντελ. «Πολύ καλά» απάντησε ο Χασσίδ, «όπως όταν περνάει κάποιος από ένα δωνμάτιο στο γειτονικό δωμάτιο». Α, όχι! Διαμαρτυρήθηκε ο Ραμπί Μέντελ του Βόρκι «έγινε αλλιώς: όπως περνάει κάποιος από μια γωνιά σε άλλη του ίδιου δωματίου!
Ή όπως λέει ο Νίκος Καρούζος
Δεν ήρθα δεν φεύγω θα σταματήσω
9/10/1990

τρότσκυ

λέιβα λέιβα είμαστε
ακόμα στο Μεγάλο Ποτάμι
θα βγούμε στην όχθη της
αταξικής;
εσύ πάντως έδωσες την πολύτιμη
ζωή σου

22/2/1989.

(Από το αρχείο του Νίκου Λέκκα)