Ρώμος Φιλύρας

Ο Ρώμος Φιλύρας (φιλολογικό ψευδώνυμο του Γιάννη Οικονομόπουλου) γεννήθηκε στο Κιάτο Κορινθίας το 1889 και πέθανε στην Αθήνα το 1942, διανύοντας τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Δρομοκαϊτειο, μέσα από το οποίο, στα φωτεινά του διαλείμματα, συνέχισε να συνθέτει εξαίσια ποιήματα άλλα και πεζά που περιέγραφαν την ζωή στο ίδρυμα.
Ως ποιητής είναι ο κατ’ εξοχήν εισηγητής του μοντερνισμού στην Ελλάδα. Το πεζογράφημα, αυτοβιογραφικού χαρακτήρα, «Ο θεατρίνος της ζωής» εξεδόθη το 1916.

Για το παρών χρησιμοποιήθηκε η έκδοση του 2001 των εκδόσεων Παπαϊωάννου.

Ο ΘΕΑΤΡΙΝΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Ο ήρωάς μας στη σιλουέττα του: ντυμένος όπως όλοι οι νέοι του συρμού, εφορούσε το καλοκαίρι, όταν εζούσε στην πόλη του αττικού φωτός, κοινή φορεσιά και ψαθάκι της ώρας. Το χειμώνα των ετύλιγε κουστούμι μαύρο και μακριά μπέρτα. Όσοι τον θυμούνται, άλλοτε κοσμικό και άλλοτε απόκοσμο, πότε μελαγχολικό και πότε εύθυμο, άλλοτε αισιόδοξο και άλλοτε απαισιόδοξο, τώρα χαρούμενο και έπειτα θλιμμένο, σήμερα μαραζωμένο και αύριο ανθηρό, ωραίο,, αλλά και άσχημο, ας τον αναπολήσουν και ας τον αναλύσουν και διαλύσουν μαζί μου εις τα «εξ ων συνετέθη» και ας εξηγήσουν την αλλοκοτοσύνη του που ήταν η πολυχρωμία των αισθητικοτήτων του.
Την ανάλυσή του ως ιδιοσυγκρασία, ως σύνολο ιδιοτήτων και συμπτωμάτων, θα την επιχειρήσω με τις ίδιες τις πράξεις του, που τις γνωρίζω ως «φίλος του εκ περιεργείας» και με τις σκέψεις που τις παρακολουθούσα.
Βάζω λοιπόν στη σειρά τις πράξεις του και συλλογισμούς του και σκέψεις του, που τις παίρνω στην τύχη και τις απανθίζω από τη ζωή του ήρωά μου, που τον επωνόμαζαν Γαλαζή.

Ανφάν Γκατέ

Ο ρόλος, που ενσαρκώθη ο Γαλάζής, μόλις επέρασε τα βρεφικά του χρόνια, ήταν ο ρόλους του Ανφάν Γκατέ. Η ιδιοσυγκρασία του η θερμή και ανήσυχη, που εύκολα μπορούσε να δεχθεί κάθε επιδράση, υπερβολική και επιβολή, εκαλλιεργήθη αμέσως απ’ την αρχή με την απάλυνση, με την ανατροφή του χαδιού, με το ψυχοπαθιασμένο φιλί της Μαμάς, μια μελαγχολικής , υποχανδιακής Μαμάς, που αγαπούσε φλογερότατα, το γιό της, αν και είχε μισήσει τη γέννησή του ως γεγονός και είχε νιώσει θανάσιμη θλίψη διότι εδημιούργησε! Κάθε του κίνημα ήταν θετικό και αρνητικό μαζί, στερεό και σαλεμένο, σοβαροφανές, αλλά και ειρωνικό. Όταν έλεγε «ναι» ίσως ήθελε να πει «όχι» , και μέσα στο «όχι» του ήταν το «ναι» . εγελούσε και ενόμιζε κανείς πως έκλαιγε, εκλαίγε και όμως ποιος θα ήταν βέβαίος πως το κλάψιμό του δεν ήταν γέλοιο; Ποίον ειρωνεύετο αυτό το παιδί; Εκείνους που το έφεραν στο φως; Αλλ’ αυτοί τον ελάτρευαν και επίστευαν κάθε κουβέντα του και κάθε κίνημά του ως γνήσιο. Τον ένιωθαν συμφωνά προς την αληθοφάνεια των επιθυμιών του, των θλίψεών του, των πεισμάτων του. Τα μάτια των απλών ανθρώπων βέπουν τα πράγματα από την πλάστική του όψη και είναι φυγαλέα γι’ αυτά η κίνηση, και η απόχρωση τους ξεφεύγει. Κάθου γύρευε την διαφάνεια και το υπονοούμενο, τον υπαινιγμό και το κρυμμένο κίνητρο…
«μη με μαλλώνεις, Μαμά» εφώναξε μια μέρα ο Γαλαζής, «μη με μαλλώνεις σου λέω!…»
«Αλλά , τι πρέπει να κάνω, γκρινιάρη;» εβρυχήθη η Μαμά.
«Μη με σκοτίζεις, σου λεω! Δεν αναγνωρίζω μαμά και μπαμπά, κανέναν!’
«Τι λες στρίγκλη; Τι λες μωρέ;»
«Αυτό που σου λέω! Δε μ’ αφήνεις να κάνω ό, τι θέλω; Δε μ’ αφήνεις; Τώρα θα σου δείξω εγώ!»
και μ’’ ένα πήδημα άρπαξε ένα μαχαίρι από το στρωμένο τραπέζι και το εστήριξε στο στήθος του.
«Τι κάνεις, χρυσό μου;» εμαλάκωσε, τρομαγμένη η Μαμά.
«Θα σκοτωθώ!…»
«Μη, μη! … Γιατί; « εφώναξε η Μαμά και έπεσε λιπόθυμη.
Ο Μπαμπάς που εβολτάριζε στην είσοδό, ροκανίζοντας μια φέτα ψωμιού, που επήρε από το τραπέζι – έτσι για ορεκτικό ! – έτρεξε με την μπουκιά στο στόμα. Η αδελφή του επρόβαλε και, μόλις είδε το Γαλαζή σε στάση αυτοκτονούντος , αρχίσε να κλαίει!
Η δούλα που ετοιμαζόταν να σερβίρει, να την κι αυτή! Το ταμπλώ είχε συμπληρωθεί!
«τι κάνεις; Τι πήγες να κάνεις;» – ο Μπαμπάς. Η αδερφή, χάλια στο Γαλαζή. Η μαμά , κόκκαλο! Η δούλα, εκπληχτη σαν έμψυχο ερωτηματικό.
«Έχε χάρη» , είπε ο Γαλαζής στη Μαμά, πετώντας κάτω το μαχαίρι, «έχε χάρη που είναι μπροστά ο Μπαμπάς. Άλλη φορά μη με μαλλώσεις, για θα κόψω το λαιμό μου, Δύο και δύο κάνουν τέσσερα!.

Μαθητής

Γιατί του είχε κολλησει η ιδέα πως από τα σχολικά δεν ήσαν τα Μαθηματικά μάθημα, που μπορούσε να του οξύνει την αίσθηση και την κρίση; γιατί είχε την αρχή, όσο ήταν συνδεμένος με τα θρανία, να μην έχει καμμιά σχέση με τη θετικότητα και τον απτό πραγμτισμό. Ήθελε να μιλει με το Σύννεφο, να βρίσκεται κάτω απ΄τη σκιά του, να χαίρεται σ’ ό, τι είανι απόμακρο και ονειρεμένο, να βρίσεκι θέλγητρο στις περιπλοκίες και στα κουβαριάσματα των σχετικοτήτων. Επάνω στον Πίνακα ο Κόσμος συλλαμβάνεται στη γραμμή του, το Σύμπαν καθορίζεται με τα σημεία και αριθμούς, ο Άνθρωπος αντικρύζει την παρατικότητα περικλεισμένη στο τελλάρο της, τα κεντίδια των λεπτομερειών της κλεινόνται σε σύνολο και το Αχαλίνωτο πειθαρχείται, Κοκκίδα προς κοκκίδα βεβαιωνέται απάνω στον Πίνακα ή Αρμονία και αναμελπεται με τους αριθμούς το αλάλητο τραγούδι της Παγιότητος…
Σα σε σειρήνες έκλεινε τα’ αφτιά του ο Γαλάζής ακούοντας την καταστρωσή των εξισωσέων και τη ρεαλιστική παράταξη των λογαρίθμων. Τα Κλάσματα μόνο και οι Δεκαδικοί τον ενδιέφεραν. Γιατί αυτά είναι οι λεπτομεριασμοί της Αριθμητικής και αντιπροσωπεύουν το φραγκμέντο. Ακριβώς : το κομμάτιασμα του Ολάκερου, η κατάτμηση του Όλου τον κατακτούσε! Αλλά φαίνεται πως τον έμαγνήτιζε και η Αναβολή. Γιοατί η Αναβολή θέλγει σαν Απιθανότης! «Γαλαζή» έρχόταν, ΄τελος, ή ημέρα να φωνάξει ο καθηγητής διαβάζοντας τον κατάλογο «έλα να μας πεις το μάθημα…»
Ο Γαλαζής εσηκωνόταν στην θέση του και απόμενε όρθιος σ’ αυτή, Η στάση του αυτή εξεφραζε την ευγλώττη άρνηση οτυ, Ποτέ στα Μαθηματικά δεν είχε βρεί από το θρανίο.
Οι μαθηταί τότε έσκαζαν στ γέλια.
Ο καθηγητής εξαγριωνόταν.
«Πάλι τα ίδια;! Αφιλότιμε! Αμελέστατε!» εβρυχόταν ο καθηγητής. «Τι είν’ αυτά;! Θα σε διώζω απ’ το σχολείο! Βλάκα!»
ο Γαλάζης άρθρωνε τότε μερικές λέξεις.
Δεν το ήννόησα, κύριε καθηγητά!|»
«Από το βιβλίο; Καλά ^ αλλά δεν επρόσεχες όταν το παρέδωσα;»
«και βέβαια επρόσεχα…»
«Λοιπόν; Εμελέτησες τα προηγούμενα;»
«Σχεδόν!»
«Τι είπες»
«Σχεδόν»
«Αυτός είναι τρελός!» αναφωνούσε τότε ο καθηγητής, «Αφήστε τον! Δεν ντρέπεσαι τουλάχιστον τους συμμαθητάς σου;»
ο Γαλαζής έστρεφε τότε το κεφάλι προς τους συμμαθητάς του και τους εκοίταζε με βλέμμα περίλυπο. Σα να τους έλεγε: «σας ντέπομαι , αλλ ουκ ήν άλλως γενέσθαι…»
«Κάτσε κάτωω! Κάτσε κάτω! Εφώναζε τέλος ο καθηγητής .
Ο Γαλαζής εκαθόταν και ο καθηγητής ερωτούσε τους μαθητάς: «Δεν μου λέτε , παιδιά – είναι καλός στα άλλα μαθήματα;»
«παίρνει άριστα σε όλα!» απαντούσαν όλοι με μια φωνή,
και ο καθηγητής επιεικής ο καημένος, εσυγχωρούσε το Γαλαζή. Ίσως δεν έχει φυσική κλίση στα Μαθηματικά. Και εκαλούσε άλλο μαθητή για εξέταση.
Ο Γαλάζής εντρυφούσε στην παράδοση των άλλων μαθημάτων και είχε τη μαγικής ικανότητα να κυνηγά το Σύννεφο μέσα στην Αρχαία Τραγωδία, του Φθόγγους της Γαλλικής Γλώσσας, τον Ωκεανό της Ιστορίας και την Καταχνιά των Θρησκευτικών…

Νέος

Το αίμα του εσφύζε και εσφύριζε στις φλέβες του σαν ηφαίστειο. Ποιος δεν αισθάνθη το σφύριγμα του αίματος, το σαν φιδιού σφύριγμα της κυκλοφορίας του, το αίμα που ανεβαίνει στο κεφάλι και χτύπά στο μελίγκι και βράζει; Το σφύριγμα του αίματος, που μιλεί στα μάτια και λαλεί στα χείλη και πορφυρώνει τα μάγουλα, το θείο αίμα της Νιότης, που διαλαλεί τη Ζωή και τη Φωτιά και κυμβαλίζει τη Χαρά και ανακρούεται με τα κύτταρα, όργανα μύρια της συμφωνίας του; Το αίμα που σπιθίζει απ’ το μεθύσι, που χαρίζει ο πόθος και η εκπλήρωσή του. Η φλόγα του χορτασμού! Το σφρίγος, το σφρίγος, το σφρίγος το ικανοποιημένο και όμως μεθυσμένο, και χορτασμένο και όμως αχόρταστο!
Είδε ο Γαλαζής άξαφνα τον εαυτό του να μιλεί μια το αίμα! Και εθυμήθη το Φασουλή! Εθημήθη το σφύριγμα, το συρόμενο σφύριγμα, το σφριγηλό σφύριγμα, το συριστικό γληγορολάλημα του Φασουλή! Πως έμοιαζε η σφυριγματική κουβέντα του φασουλή, η γλήγορη φλυαρία του, η πουρπουλιαστή και φωσφοριστή επανάληψη του ίδιου μοτίβου, με την φωνή του αίματός του! Η κουβέντα του Φασουλή ήταν ο καθαυτό κραυγαστικός απόλογος του αίματός του! Ω! αν μπορούσε να φωνάξει το αίμα του, θα εσφύριζε σαν Φασουλής!
Φασουλής, λοιπόν, επήρε τους δρόμους και εκινούσε το κεφάλι σαν Φασουλής, και εκινείτο και περιστρέφονταν η φούντα του φεσιού του! Α! τους αθλίους! Γιατί να τους δίνω σημασία; Καλύτερα να παίζω τον Φασουλή! Καλύτερα να στριφογυρίζει η φούντα μου σαν αστεία φοβερά, που δεν την πιστεύουν, καλύτερα να γελώ και να γελιέμαι, να γλεντώ και να γλεντούν μαζί μου! Η Ζωή ένα αδιάκοπο γλέντι, και ενώ βραχνιάζουν οι σύντροφοί μου απ’ το το τραγούδι και σπάζουν τα ποτήρια και τα κάνουν θάλασσα, εγώ ν’ ανεβαίνω απάνω στο τραπέζι και να κινώ τη φούντα μου! Μεθύσι! Να ξεχωρίζω τρελός; Όχι! Νέος! Και όσοι γέροι μας κάνουν παρέα, ας μας αδειάσουν την γωνιά! Είμαστε νέοι! Και σας χαρίζουμε τη σοβαρότητα! Χαλάλι σας!
Το αίμα μας σφύζει και μιλεί σαν το Φασουλή! Φύγετε! Αφήστε μας το δρόμο ανοιχτό! Κρίσεις δεν θέλουμε! Θέλουμε μόνο να ζούμε!…

Κοσμικός

Εκείνον το χειμώνα είχε γίνει νέος του σαλονιού! Το μαύρο κοστούμι του, το κακοραμένο, άτσαλο, και τσαλακωμένο, που εκρέμονταν πολλές φορές τα κουμπιά του από μια κλωστή, μετέωρα και κυματιστά ή, όταν ανασύροντο, εράβονταν εδώθε ή εκείθε από την κανονική του σειρά,,, αντικατεστάθη άξαφνα με κομψότατη φορεσιά., είχε αποκτήσει το πρώτο κοσμικό προσόν! Είχε ρίξει την πρώτη βόλι στο στόχο της κοσμιότητος, αλλά και της κοσμικότητος μαζί! Τι του έλειπε ακόμα; Γνωριμίες είχε πολλές, σ’ εφημερίδα εργαζόταν, παντού θα ήταν καλοπρόσδεχτος. Ο κόσμος διψά ρεκλάμα και η κοσμική στήλη της εφημερίδας του του παρείχε ελεύθερη είσοδο στα σαλόνια. Ήταν μάλιστα καλός και ευγενής νέος, άνθρωπος που αγαπούσε τους ομοίους του με την καρδιά του και που δεν διατηρούσε ακριβώς τις σχέσεις του γι’ αυτόν το λόγο! Γιατί η Ζωή θέλει πολιτική και οΓαλάζής δεν ήταν πολιτειολόγος! Ήταν αισθηματικός και ευκολοσυγκίντητος, ειλικρινής και απλός ακόμα, ευαίσθητος πάρα πολύ και έδινε την αγάπη του στους ανθρώπους, αντί να την κρύβει και να τους δείχνει περιφρόνηση, αν όχι αδιαφορία! Πως θα ήταν δυνατόν ν αποκτήσει εκείνο που κυβερνά τους ανθρώπους; Με κάθε τρόπο! Ένας απ’ αυτούς θα ήταν και η ζωή του σαλονιού που διδάσκει τελείως αυτό το μάθημα.
Για ποιο σκοπό όμως; Το γιατί δεν το έθετε ποτέ εμπρός του, στη Ζωή. Αλλά το γιατί αυτό στα μάτια του πλήθους δεν έχει χαρακτήρα οικονομικό; Αυτό αρκούσε. Εκληρωνόταν για να γράφει και να παρακολουθεί τον κόσμο στις διασκεδάσεις του. Γιατί, όταν ξυπνά μέσα μας ο αιώνιος Μώμος, οι άνθρωποι πληγώνονται και μας βάζουν στην θέση μας. Πρέπει πάντοτε να μας βάζουν στην θέση μας, για να μένουν ευχαριστημένοι! Γέλα παλιάτσο, γιατί ο κόσμος πληρώνει! Αυτό είναι η μεγαλύτερη φιλοσοφία!
Τον κάλεσαν, λοιπόν, στην αρχή στο σαλόνι ενός νεοπανδρεμένου φίλου του. Επήγε και δεν άργησε να μπει και σ’ άλλα, γιατί, εκτός του ότι υποχρέωνε τους καλούς ανθρώπους, που είχαν την ευχαρίστηση να βλέπουν το όνομά τους τυπωμένο, ήταν και αυτός ο ίδιος ευάρεστος – και στην εμφανίσή του και στα λόγια του! Κατακτούσε αδιάκοπα! Σήμερα κατακτούσε τη δεσποινίδα Σγαρλή, και αύριο τη συναντούσε στο δρόμο και δεν την χαιρετούσε! Τόσον ήθελε να προκαλεί την έκπληξη και να εξασκεί επιβολή στις γυναίκες! Και είχε και αποτυχίες. Τι είδους αποτυχίες; Να! Έκανε σήμερα εξομολόγησε σε μια δεσποινίδα. Την άλλη μέρα τη συναντούσε σε άλλο σαλόνι. Την επαναλάμβανε την εξομολόγηση. Ένα πείραγμά του, που της έκανε άλλη μέρα, αποκάλυπτε στη δεσποινίδα πως ότι η έπαυσε σε δύο μέρες να την αγαπά ή έλεγε ψέμματα! Το δίλημμα, έτσι, την απομάκρυνε, λίγο – λίγο απ’ αυτόν και έμενε μόνος! Φίλος πάντοτε κάλος όλων, αλλά λίγο περίεργος!
«Τι καλός!» έλεγαν ιδίως οι πιο ηλικιωμένες κυρίες και οι ευγενείς κύριοι. «Τι υποχρεωτικός! Τα χείλη του στάζουν μέλι!»
Και έσταζαν! Δεν ήτο υπερβολή.
«Μα δεν ξεύρετε πόσο σας εκτιμώ, κυρία μου! Είσθε τόσον καλή, τόσον φιλάνθρωπος!»
«Η καλοσύνη σας, κύριε Γαλαζή»
……………………………………………………………………………………………………………
Του άρεσε πολύ ο χορός. Εχόρευαν στα περισσότερα σαλόνια. Όταν ξυπνούσε μέσα του ο μάγκας, εδικαιολογείτο απέναντι του εαυτού του ότι το μεθύσι του χορού ήταν η μόνη έλξη μέσα στο σαλόνι! Και εριχνόταν ακάθεκτος στο χορό! Όταν όμως δεν εχόρευαν, η ανησυχία του ήτο μεγάλη. Εμιλούσε πολύ, εχειρονομούσε, έπινε αδιάκοπα τσάι. Αλλά, πολλές φορές, το σαλόνι, όπου βρισκόταν, δεν είχε καθιερώσει το χορό. Τότε ανελάμβανε ν’ απαγγείλει, η πρότασή του εγινόταν ευχαρίστως δεκτή. Σ’ όλους αρέσει η απαγγελία. Αλλά έθετε όρους:
«θα απαγγείλει πρώτα η δις Σγαρλή και έπειτα εγώ!»
«Ευχαρίστως!»
Δυστυχώς η δις Σγαρλή είχε δεχθεί και ο Γαλαζής βρισκόταν στην δυσάρεστη θέση ν’ απαγγείλει, και απήγγελλε. Απήγγελλε ένα μόνο ποίημά του. Το μεγαλύτερο του και το σκανδαλωδέστερο! Είχε τίτλο «ο Δον Ζουάν» και συγκινούσε τις γυναίκες, γιατί φυσικά, η επιδιώξη κατακτήσεων τας εκολάκευε πολύ! Δάκρυα ανεβλύζαν στα μάτια τους! Ποιος είναι αυτός ο τύπος, αυτός ο καλός τύπος; Που να είναι!… Ανέπλατταν με τη φαντασία τους πολλούς νέους, αλλά σε κανένα δεν εσταματούσαν. Μήπως δεν υπάρχει στην Αθήνα τέτοιος νέος; Ίσως! Τότε , από πού τον ενεπνεύσθη ο ποιητής; Μήπως;… ωραίοι στίχοι, αλλά μήπως ο κύριος αυτός έχει για υπόδειγμα τον εαυτό του; Έχει… γούστο! Ας τον πειράξουμε λίγο… και έκαναν απόπειρα να τον πειράζουν:
«Ποιόν ελάβατε ως υπόδειγμα Δον Ζουάν κύριε Γαλαζή;
«Κανένα»
«Όχι δα! Υπάρχουν τόσο Δον Ζουάν στην κοινωνία μας!»
«Λέτε;»
«Τουλάχιστον νομίζουν πως είναι…»
«Μα μπορούν να νομίζουν, αλλά δεν είναι!»
«Τότε… παρντόν…. Άλλα μήπως το ποίημά σας αντιπροσωπεύει τίποτε από τον εαυτό σας;»
«Βεβαίως! Εμένα τον ίδιο…»

Αυτοκτόνος

Εκείνη τη χρονιά υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του ο Γαλαζής. Μια μέρα όμως αρρώστησε από κρυολόγημα και εμπήκε στο νοσοκομείο. Οι ημέρες του στο κρεβάτι επερνούσαν ήρεμες και απαλές σαν τις αχτίνες του ήλιου, που εμπαιναν από το ανατολικό παράθυρο του θαλάμου και εσπούσαν επάνω στο πόμολο του κρεβατιού.
Βρισκόταν τώρα στο στάδιο της αναρρώσεως, κι εβολτάριζε κάποιο πρωί στο κήπο του νοσοκομείου., όταν από την αυλόπορτα εφάνηκε να μπαίνει το Αμάξι των Αρρώστων, που επάνω σ’ αυτό εκείτετο ετοιμοθάνατος ένας στρατιώτης.
Ένας νοσοκόμος εφάνηκε πρόθυμος να πληροφορήσει το Γαλαζή για τον ετοιμοθάνατο: είχε κάνει απόπειρα ν’ αυτοκτονήσει και , τι σύμπτώση!, ο αυτοκτόνος είχε το ίδιο όνομα με το Γαλαζή!
Τότε ο ήρωάς μας έκαμε το σταυρό του για να δείξει, βεβαία την απαιτούμενη ευλάβεια προς τον ετοιμοθάνατο που περνούσαν. Αλλά δεν θεοφάνερη και η έκπλήξη, που είχε σηκώσει το χέρι του σε κίνημα απορείας;
Το βέβαιον είναι ότι ο Γαλαζής είχε μυριστεί «λαυράκι» ενώ συγχρόνως δάκρυα θερμά, τα δάκρυα του ευκολοσυγκρίνητου χριστιανού, ανεβλύζαν στα μάτια του^ και σαν να παραρεδίδετο σε ό, τι του επέβαλε κίνητρο του εσωτερικό , ακολούθησε το αμάξι που στάθηκε μπροστά στο θάλαμο των βαριά αρρώστων.
Δύο νοσοκόμοι εσήκωσαν το πληγωμένο και το εξάπλωσαν επάνω σε φορείο. Τα μάτια του, μισάνοιχτα και απλανή, εκοίταζαν το κενό και ενόμιζε κανείς πως η ευστροφία των βολβών τους είχε ακινητήσει! Το χρώμα του προσώπου του, μελαψό , είχε πάρει χαλκωματένιαν απόχρωση. Και το στήθος του υψώνετο σε αναβρασμό αγωνίας.
Ο αυτοκτόνος έμοιαζε στα χαρακτηριστικά και το χρώμα του προσώπου με το Γαλαζή! Παλμός εδόνησε το στήθος του Γαλαζή.
Πολύ γρήγορα όμως επνίγη ο άξαφνος παλμός τους από την επιδίωξη του ρόλου του, Εθυμήθη ο άθλιος τις εφημερίδες, Αν και ήτον όμως ακόμη ανόρεχτος για δράση και οι παντόφλες του νοσοκομείου του εβράδαιναν το βάδισμα, έτρεξε προς την κάμαρα, που ήταν τοποθετημένο το τηλέφωνο, και εδήλωσε στον επί της υπηρεσίας στρατιωτην την ιδιότητά του.
Ο στρατιώτης εννόησε τι ζητεί ο άρρωστος, και , αν και, του είπε «οι άρρωστοι δεν βγαίνουν από τους θαλάμους των, τηλεφώνησε όπου θέλεις, αφού είσαι και εφημεριδογράφος».
Γριν! Γριν! «Κέντρον;»
«Μαλίστα»
«Δώστε μου εφημερίδα Γαλιάντρα»
«Γαλιάντρα είπατε;»
«Μάλιστα.»
«Λάβετε»
«Γαλιάντρα»
«Μαλίστα»
«Ποιος εκεί»
«Συντάκτης»
«Α! καλά! Ακούστε!»
«Ακούμε κύριε…»
«Από το Β στρατιωτικό νοσοκομείο»
«Τι συμβαίνει;…»
«Αυτοκτονία»
«Τι λέτε; Σας ευχαριστώ. Είμαι κατά σύμπτωση, ο αρμόδιος αστυνομικό συντάκτης»
«Λαμπρά!»
Του ιστόρησε τότε το γεγονός, τα αίτια που έσπρωξαν το νέο στο απονενοημένο διάβημα, και τα τοιαύτα.
Ο ρεπόρτερ στο τέλος, επειδή το επάγγελμα του αυτοκτόνο δεν του ετηλεφωνείτο και επειδή αυτό εγνώριζε πως ο πρώην συνάδελφός του ήρωάς μας υπηρετούσε και αυτός στο στρατό, διετύπωσε ερώτηση που ακριβώς περίμενε κι ο Γαλαζής.
«Μήπως είναι ο Γαλαζής;»
«Ακριβώς! Απαντήσε όλο χαρά ο Γαλάζής.
«Ευχαριστώ» έπροσθεσε ο ρεπόρτερ
«παρακαλώ ! ετελίωσε ευχαριστημένος ο Γαλαζής
ο σκοπός του είχε πετύχει. Ο ρεπόρτερ θα το έλεγε στους συναδέλφους του, αυτόυ στους αρχισυντάκες τους και πάει λέοντας.
Αύριο οι εφημερίδες θα είχαν τη νεκρολογία του. Και ω του θαύματος! Την άλλη μέρα οι εφημερίδες αφιέρωναν στήλες ολόκληρες στην Τραγικήν αυτοκτονίαν.
Οι συγγενείς και οι φίλοι του Γαλαζή πλημμύριζαν το σπίτι του σε ομάδες.
Πάει ο Γαλάζής! Δάκρυα, λύγμοί, λιποθυμίες εμπροστά στη θύρα.
Επάνω στο πάτωμα του αντρέ ο αθεόφοβος Γαλαζής είχε χαράξει από καιρό την Πεντάλφα της Αρλούμπας, που τώρα τη διασκέλιζαν χωρίς υποψία τόσοι άνθρωποι, τη στιγμή που αυτός στο νοσοκομείο γελούσε – στο χάδι των αγαθών γονιών, το πλατύ γέλιο του Χαχαμίου.

Το Κόρο

Το Γαλαζή, που επνίγετο από το περιβάλλον και που εθλίβετο, γιατί βρισκόταν στην ανάγκη ν’ αμύνεται,, που η ζωή τον απόδιωχνε και όμως αυτός επέμενε στο σκοπό του, ευρέθηκαν μερικοί άνθρώποι να τον καταλάβουν. Η έλξη, που εξασκούσε στους ανθρώπους, διεκλαδώνετο σε τόσα νήματα, όσο και οι γνώριμοί του,
Το νήματα όμως αυτά η ευμετάβλητη διάθεση, που έδειχνε προς αυτούς τα έκοβεν ένα – ένα. Ο Γαλαζής ήταν χθες ενθουσιασμένος με μια γυναίκα, σήμερα όμως του εφαίνοταν τιποτένια. Και το νήμα εκόβετο. Και όμως το «βάθος»του ήταν ευκολοξεδιάλυτο για όλους, η ίδια γυναίκα, ύστερα από λίγες μέρες, από λίγους μήνες, από λίγα χρόνια, τον ενοσταλγούσε πάλι και του ξαναρχόταν σαν για πρώτη φορά να τον απάντήσε στη ζωή της. Και τον αγαπούσε πάλι για να τον ξεχάσει σε λίγο, Ω! αυτός ο περίεργος άνθρωπος! Ήταν αχόρταγος, εξητούσε παντότε το Νέο, το Άγνωστο – και όταν αυτό του εγίνετο γνωστό, το παραίτούσε.
Και όμως ένας «πυρήνας» ανθρώπων που τα προσχήματα γι’ αυτούς δεν είναι το βάθος, που τα εξωτρικά γνωρίσματα δεν αποτελούν τον άνθρωπο, που η χειρονομία για αυτούς είναι ο αέρας, που τα καμώματα είναι αχνός και η περιπέτεια ζωή, που βλέπουν με πίστη μες στην υπόσταση του ανθρώπου και ξεχωρίζουν το αγνό κίνητρο μέσα στην πλαστογραφημένη εκδήλωση… ένας εκλεκτός «πυρίνας» υπήρχε πάντοτε ως ρεζέρβα των σχέσεών του,
Οι άνθρωποι αυτοί είχαν βγει από όλες τις κοινωνικές τάξεις και όμως τον εννοούσαν όλοι το ίδιο, Υπήρχε μεταξύ αυτών ο ζωγράφος και ο σαβαντζής, η γυναίκα του σαλονιού και η αλλοτινή δούλα, ο δικηγόρος και το μαθητής , ο εργατικό και ο διπλωμάτης.
Ε! λοιπόν είχε φτιάσει το θιάσό του ο Γαλαζής. Ημπορούσε να τον μεταχειρισθεί, όπως ήθελε. Αλλ’ αυτός δεν ήθελε να εκμεταλλευθεί τον εαυτό του, και θα εξεμεταλλεύετο τους άλλους: και όμως η Ζωή το απαιτούσε. Να ριχθεί μεσα σ’ αύτη και να κάμει την καρριέρα του. Αλλ’ η καρριέρα του «υφισταμένου» ήταν ταπεινή γι’ αυτόν! Και έγινε Θεατρώνης! Θεατρώνης Οπερέτας!.
Εμαζεψε μια μέρα τους «ανθρώπους» του, τους θαυμαστάς του, τους φίλους τουκαι τους ανεκοίνωσε το σχέδιό του.
Αυτοί το επεδοκίμασαν και εδέχθηκαν να γίνουν οι ιδρύταί του θεάτρου, να καταβάλουν τα έξοδα καινα χτισθεί το θέατρο. Πράγμα που κι έγινε.
Σε λίγον καιρό το κτίριο ετοιμάσθηκε, Ελέιπαν μόνο τα πρόσωπα. Ευρέθησαν γλήγορα και αυτά μεταξύ των φίλων του και των φίλων αυτών. Ευρέθησαν και οι τενόροι και οι μπάσοι και οι κοντράλτες και οι κομπάρσοι!…………………………………………………………………………….
…………………………………………………………………………………………………………….
Α!! και το Κόρο!! Έδινε ιδιαίτερη σημασία στο Κόρο ο Γαλαζής. Το Κόρο είναι ο Λαός που σστηρίζει την Κοινωνία επομένως και ένα Έργο και μάλιστα μια Οπερέττα! Το Κόρο το εθεωρούσε ως βάση του έργου του. Και κοτορθώσε να καταρτίσει ένα ευπρόσωπο Κόρο.
Στιες πρόβες, επρόσεχε περισσότερο τους κορίστες, τον ενδιέφεραν πάρα πολύ! Γιατί οι τενόροι είαναι μορφωμένοι, έχουν σπουδάσει φωνητική μουσική^ είναι και πού υπερήφανοι^ δεν ήθελε να τους κάνει παρατηρήσεις, γιατί μπορεί και να του έφευγαν, Ας έκαναν ότι ήθελαν… ήσαν νοικοκύρηδες.
Ενώ οι αυτοδίδακτοι καλλιτέχνες, τα μαζώματα, οι αποτυχήμενοι, οι αλήτες αυτοί ήταν ταπεινοί, σεμνοί δειλοί, αυτοί είναι «φως του κόσμου»
Οι κομπάρσοι είναι η βάση του θεάτρου, Δεν έχουν εγωισμό, η φωνή τους δεν ξεψωρίζει και δεν είναι δυνατόν να παραβληθεί με τις φωνές των πρωταγωνιστών και μένουν εις την αφάνεια! το Κόρο είναι το Ωμέγα της Δημιουργίας, η απόφανση του φτωχού λαού. Η φωνή τους δεν ακούεται χωριστή και φεύγουν αύριο, χανόνται πεθαίνουν και κάνεις δεν βρίσκεται να ους αναφέρει, να βεβαιώσει ότι άκουσε τη φωνή τους, ότι κάτι έκαμαν, κάτι προσέφεραν σ’ αυτόν τον κόσμο, κάτι αφήσαν πίσω του, κάτι εψιθύρισαν φεύγοντας.
Δεν υψώνουν τη φωνή τους. Φοβάται να την υψώσει καθένας χωριστά, μήπως ξεχωρίσει η νότ της και ανταγωνισθεί τη φωνή του τενόρου και θυμώσει αυτός και αγριέψει και ζητήσει το διώξιμό τους από το θίασο. Γιατί «αυτός έφα». Αυτόν γνωρίζει ο κόσμος. Αυτός έχει επιβληθει. Θα τον σκεπάσει αυτόν ο αλήτης , αυτόν το ετικετταρισμενον, που του κάνουν όλες τις τιμές, αυτόν το ανεγνωρισμένον;! Ποιος είναι αυτός από πού επρόλαβε, τι δίπλώμα έχει, ποια είναι τα προσόντα του; Αυτός καταξοδέυτηκε για ν’ «ανέβει»αυτός εκολάκευσε ανθρώπους και υποχρέωσε αστούς, αυτός δίνει τζάμπα εισιτήρια σε τόσους ανθρώπους, που έρχονται και τον χειροκροτούν σε κάθε άρια και ζητούν επίμονα να την επαναλάβει. Αυτός είχε το κοινό του τους φίλους του, είναι αναδειγμένος, του βγάζουν το καπέλλο στο δρόμο, και η πρωταγωνίστρια τον έχει ερωτευθεί και πρόκειται να στεφανωθούν… ποίος από το Κόρο θα ετολμούσε να φθάσει τη φωνή του, αφού αυτός φωνή δεν έχει, αφού είναι άγνωστος και παίρνει ένα δίφραγκο την βραδιά;…………………………………………………………
……………………………………………………………………………………………………………
Το Κόρο λοιπόν το αγαπούσε πολύ. Σ’ αυτό εστήριζε την επιτυχία του. Αυτό το εννοούσε και το εσέβετο…
Στις πρόβες της πρώτης οπερέττας, που θα παριστάνετο και που είχε τον τίτλο Η έξοδος, παρακολουθησε με εξαιρετικό ενδιαφέρον το φινάλε που ψάλλει το κόρο. Τους εδίδαξε, τους υπέδειξε πολλές ελλείψεις και τους επρριποιήθη πολύ τους καλούς κορίστες, αυτοί τον άκουγαν με αγάπη αλλά και έκπληξη, και εχαίρονταν, γιατί ένας θεατρώνης καταδεχόταν να τους προσέχει, πολλοί απ’ αυτούς, έιν’ αλήθεια, αν και τον αγαπούσαν, ένιωθαν μέσα τους τον πειρασμό του γέλιου! Αλλ’ ο πειρασμός δεν είχε ακόμα δυναμώσει.
Οι πρόβες επροχωρούσαν, ο Γαλαζής ως το τέλος, δεν έκανε καμμιά παρατήρηση στους πρωταγωνιστάς ,
Όλο το ενδιαφέρον του εστρέφέτο προς το Κόρο. Ο λιμπρέτιστας και ο μουσικός ήσαν αρκετοί, για να κάνουν τις παραστάσεις τους και να διορθώσουν τα λάθη.
Στην γενική πρόβα ο Γαλαζής έδωκε οδηγίες στους κορίστες για τελευταία φορά. Τα πρόσωπά τους όμως εξέφραζαν εκείνο το βράδυ περηφάνεια.
Μπα ! έτσι μου φαίνεται… είπε μέσα του ο Γαλάζής. Και γλήγορα απομάκρυνε αυτή τη σκέψη από το νου του.
Και όμως κάτι μαγειρέυόταν… τα φόντα της παλιάς οπερέττας είχαν υψωθεί τις τελευταίες ημέρες, το κόρο της έιχε διωχθεί και οι ιδρύται της έιχαν σκεφθεί να ρίξουν τα δίχτυά τους στο κόρο της νέας οπερέττας.
Αυτό το ήξεραν καλά οι κοριστές του Γαλαζή. Μόνο αυτός δεν το ήξευρε, και του εζήτησαν ν’αυξηθεί ο μισθός τους. Ο Γαλαζής δεν το εδέχθη, είχε αυτή τη σκληρότητα… αυτοί όμως γι’ απάντήση τον καθησύχασαν σαν να του έλεγαν: δεν πειράζει… αν είναι δυνατό!
Η παράσταση ήταν πανηγυρική, πλήθος κόσμου εγέμισε το θέατρο και οι ηθοποιοί έπαιξαν πού καλά στην πρώτη πράξη…
Εκόντευε το τέλος της δεύτερης. Έμπαινε το Κόρο^ οι πράξις επαιζόταν σ’ ένα δάσος. Το Κόρο αναπαρίστανε Σάτυρους και Νύμφες που κατέβαιναν απ’ το βουνό. Σιγά- σιγά κατέβηκαν όλοι και αρχίσαν να ψάλλουν. Άξαφνα, στο μέρος που εσατιρίζετο η ορμητικότης ενός θρασύδειλου τύπου και το άκακο πείραγμα του λιμπρετίστα ξεσπούσε στην φράση «ήρωα δειλέ!» ακούεται μια παραφωνία.
Ένας κορίστας είχε βγάλει οξύτατη κραύγή και ορύετοσαν οξυβόας. Οι άλλοι κορίστες δεν εσταματήσαν, οι πρωταγωνισταί, ανύποπτοι, εγύρισαν εξαγριωμένοι ενάντια στον κορίστσα. Το κοινό, που απόμεινε στην αρχή καταπλήχτο, είχε αρχίσει να κάνει θόρυβο. Μόνο οι άλλοι κορίστες δεν είχαν παραξενευθεί. Αξαφνα νέα κραυγή ακούεται, στριγκή αυτή, σαν γερακιού. Και Τρίτη ύστερα και Τετάρτη.
Οι πρωταγωνισταί επιάσθησαν στα χέρια με τους κορίστες, οι θεαταί εποδοκρότουσαν τώρα πια δαιμονιωδώς. Η αυλαία τέλος πάντων, έπεσε και οι θεαταί εξαγριωμένοι άρχισαν να φεύγουν. Η σκηνή έιχε μεταβληθει σε παρασκήνιο, και σε καβγά τρικούβερτο είχαν μπλέχθει τα πρόσωπα του θιάσου. Ακούγονταν μπάτσοι, γροθιές, σπασίματα καρεκλών. Έπεφτε ξύλο γενναίο!
Οι χωροφύλακες το εμυρίστηκαν και είχαν τρέξει στη σκηνή, για να χωρίσουν τους αρτίστες,
Η επεμβάση των χωροφυλάκων επρόλαβε δυστυχήματα. Τους πρωταίτιους τους πήγαιναν στην αστυνομία.
Ο Γαλάζής μόνο δεν είχε λάβει μέρος στον καβγά. Λιπόθυμος είχε πέσει σ’ έναν καναπέ και έκλαιγε την μοίρα του. Οι πρωταγωνισταί προσπαθούσαν να τον παρηγορήσουν,
«Τους έδωσες πολλή σημασία…» του έλεγαν. Να το αποτέλεσμα…
Όταν συνήλθε από τη λιποθυμία του ο Γαλαζής, αφήνοντας πίσω του ερείπια και συντρίμματα, ετράβηξε ίσα προς το σπίτι του. Περίλυπος και συντριμμένος εσωριάσθη στο κρεβάτι του.
«πάνε κι αυτοί! Μ’ εγκατέλειψαν!…» έψιθύριζε σαν μεθυσμένος.
Οι άνθρώποι που τον εκατάλαβαν, τον εγκατέλειψαν κι αυτοί…
Δεν του απόμενε πια καμμιά ελπίδα, δεν τον ακολούθησε κανείς ως το τέλος.
Και τον επήρε ο Ύπνος, σαν να τον έπαιρνε ο Θανάτος…

Επιλογή και επιμέλεια Νίκος Λέκκας