ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ από το βιβλίο του Ανέστη Ευαγγέλου, Η Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-1970), εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1994

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ

Θα μπορούσα ώρες ολόκληρες να ρουφώ
την αναπνοή σου αμίλητος ακούγοντάς σε
να μιλάς σαν ήχος βροχής σε λουλούδι
για θέματα αδιάφορα. Τόσο λίγο καταλαβαίνει
ο ένας τον άλλον, αλλά, ξέρεις, φθάνει
να βλέπω τό χέρι σου νά γυρνά
μια σελίδα βιβλίου μισοφωτισμένο απ’ τή λάμπα
ή την πλάτη σου να σκεπάζει την κάμαρα
και να σωπαίνω. Ο χρόνος έφερε
αυτό το απροσδόκητο μέσα μου:
σ’ έλαμψε τίμια και τώρα σε νιώθω
σαν πράσινη φωτιά να μεγαλώνεις.
Αθόρυβα που πατά η νύχτα, προνοητική
για ό,τι αφέθηκε ανεκπλήρωτο η ανείπωτο.

ΚΑΘΕ ΠΟΥ ΤΡΕΧΕΙ ΠΡΑΣΙΝΗ ΒΡΟΧΗ

Κάθε που τρέχει πράσινη βροχή στις δάφνες
κι αλλάζουν φορεσιές αθόρυβα τα δέντρα
ρίχνοντας φλούδες και ψιθύρους στο βαθύ νερό,
μετράω τον χρόνο να γλιστρά στα δάχτυλά μου.
Ώρες που εφυγαν, με πρόσωπα μισοφωτισμένα
που αγάπησα, ριγμένα σαν πέτρες στο βυθό της θάλασσας.

(Ο πρίγκιπας των κρίνων, 1964)

ΠΙΚΡΑΜΥΓΔΑΛΟ

Φίλησέ με ξανά και μίλα μου- πάει καιρός
που δε με φίλησε κανένας, όπως γίνεται
με τους συφιλιδικούς ή με τούς γέρους-
ξέρεις εσύ, όπως παλιά πού ανέβαινε ή ψυχή
στα χείλη και γιόμιζε τό στόμα μας σάλιο,
πικραμύγδαλο και κείνο τόν ήχο μες στή γλώσσα μας
τόν υπόκωφο σαν το κρυφό νερό κάτω απ’ τα φύλλα,
που διάλεγε η καρδια να πει τα όσα ανομολόγητα.
Έτσι- τώρα βάλε τα χέρια σου στο στήθος
καθώς το συνηθίζεις κι άσε με να σε κοιτάω
ντροπαλά, βαρύς απ’ το δαφνόφυλλο και το φιλί σου.

(Το δωμάτιο, 1977)

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΗΜΩΝ

Ο Κύριος ημών -θυμάσαι; κάπου βεβαίωσε
πως άλλη πιο μεγάλη αγάπη δεν είναι
απ’ το να δώσεις την ψυχή σου να τη σπαράξουν
και πια να γυροφέρνεις ήρεμος, τιποτένιος, χωρίς οργή,
χωρίς αντίκρισμα¬-
κι εγώ σε συλλογιέμαι από τότε αδάκρυτος,
δίχως καλοσύνη η μίσος, με μνήμη
πού μοιάζει των σφουγγαράδων πού τρελάθηκαν
όταν αντίκρισαν στοιχειά τής θάλασσας,
γεμάτος ομίχλη, λόγια ανεξήγητα, πυροβολισμούς,
σχεδόν είμαι ευτυχισμένος χωρίς επέκεινα,
χωρίς ψυχή, να σέρνομαι στα λιμάνια,
στα σκοτεινά παγκάκια,
μαζί μ’ άλλους χαμένους στο σκοτάδι
χέρι με χέρι όλοι μας,
βυθισμένοι στην απέραντη ερημιά τής σάρκας.

Η ΟΔΟΣ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ

Στοίχειωσε ή ζωή μου σε τούτο το κρεβάτι
το σαράβαλο απ’ τα τόσα κορμιά πού κυλιστήκανε
στην κουβέρτα του. Τόσα ονόματα, τόση ομίχλη,
τόση θλίψη αβάσταχτη.
Πέφτουν οι σοβάδες απ’ τούς τοίχους,
μέσα από τις τρύπες τους χιλιάδες μάτια,
φωνές ανάπηρες, πνιγμένες
και χρόνια -εξι νά ‘ναι;- τα ίδια:
ή βρύση, το λιωμένο σαπούνι, τα σκουπίδια
στις σκάλες, άδειες μποτίλιες, μαραμένα προφυλακτικά
σαν πουκαμισάκια χωρίς ζεστό κορμί να ντύσουν,
το καθρεφτάκι με το χρόνο κολλημένο
στα ραγίσματά του. Το πρόσωπό σου.
Έπιασε βοριαδάκι, ή βροχούλα μουσκεύει
τούς τενεκέδες με την αρμπαρόριζα στην πίσω αυλή,
θυμάσαι;
ή σιδερένια σκάλα με τη χοντρή νοικοκυρά
πού ζήταγε μετά τη λειτουργία το νοίκι,
τα μάτια τού παπά στο τζάμι τής εκκλησιάς απέναντι
να μού θυμίζουν τη φωτιά τής κόλασης,
ό διάβολος με στολή εσατζή ν’ ανάβει τσιγάρο
στην παρακάτω γωνία ύποπτος, απειλητικός
με το πιστόλι του στραμμένο πάνω μου
έτοιμος να ρουφήξει τα λεφτά και το λαιμό μου.
Τακ τακ έπαψε ή βροχή. Γινήκαν τόσα
από τότε πού έφυγες. .
Μαζεύω κομμάτια απ’ τό πρόσωπό σου
σε κάθε μούτρο τυχαίο, όπως ό βασιλιάς
το σπαραγμένο του γιό στο παραμύθι.
Μπήκε χειμώνας. Μοσχοκάρυδο. Ψήνουν μουσταλευριά επάνω.
«Πού να προλάβουν λίγα κόλλυβα να ταΐσουν
όλους τούς ζητιάνους», λέει ή καντηλανάφτισσα.
«Χτες πάλι ξεχάσατε ανοιχτή την πόρτα σας,
κάποιος χτύπησε με μπλούζα μαύρη ναυτική
εκεί γύρω στις οκτώ,
να προσέχετε,
πρεζάκηδες, καταζητούμενοι, άστεγοι,
θα σάς αρπάξουν τίποτα
(ξάφνου μύρισε γιασεμί, ανατρίχιασα, πού να ‘σαι;)
είπε πώς ζήταγε εσάς, τον περιμένατε, λέει,
είναι γνωστός σας».
«Ναι», απάντησα, «τον περίμενα, είναι ό θάνατος».
«Καλέ αφήστε αυτά τ’ αστεία, νέο παιδί,
χτύπα ξύλο,
ωστόσο δε βλάπτει να γίνετε προσεχτικότερος».

Σε θυμάται κι εκείνη μα δε βγάζει άχνα για σένα,
με κοιτάει λοξά κόβοντας αρμπαρόριζα,
αλλά κι εγώ σ’ εκδικιέμαι, αγρίμι¬-
κλείνω την ετοιμόρροπη πόρτα
και τρώω τις σάρκες σου δίχως τύψη
σαν γάτος πού ξεσχίζει τα μικρά του στο πλυσταριό.

ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ

Μέχρι πριν λίγο άκουγα μόνο
το φάγωμα τής καρδιάς μου απ’ τα ποντίκια
σώπαινα καθώς σαλεύαν τα χέρια τους
τα τέρατα πού είχε θρέψει η ερημιά μου,
όλα τα πρόσωπα τα χιλιάδες
πού είχ’ αγκαλιάσει, είχα σκοτώσει.
Μέχρι πριν λίγο τα χέρια πού άγγιζα
ήταν κρύα, σαν πόμολο μιας πόρτας
πού σού αρνήθηκε ψωμί και πενταροδεκάρες
(τί άλλο ζήτησα ο φτωχός; σαν τα σκυλιά
τού δρόμου πού ακολουθάνε όποιον λάχει
κυρίως θέλοντας να δώσουν παρά να πάρουν)

ξανά όμως σήμερα όπως χαιρετούσες
όπως ανάσαινες
ακούστηκε μες στο μυαλό μου πυροβολισμός,
ένα λουλούδι πού άνοιγε, πρώτη τού Μάρτη,
και πάλι -πώς μπορεί να ξαναγίνονται θάματα;
ή βρύση πού άνοιξε ατό πλαϊνό διαμέρισμα
μού θύμισε πως κάποιος πίνει νερό
ερωτεύεται
βάζει τα χέρια του στα βλέφαρα τού άλλου
και πια τίποτα
μόνο έρωτας
είναι ωραίος ό ύπνος
ή νύχτα μερώνει τα δαιμονικά της
κορίτσια αγόρια ανεβοκατεβαίνουν σκάλες¬-
μη με κοιτάς στα μάτια μόνο
αυτό ήταν το πρώτο μου φιλί
άλλο δεν έδωσα, δεν έχω μνήμη, δε θυμάμαι,
όταν ο Άδης επιτρέπει την έξοδο
δεν έχουμε όνομα, δε ρωτάμε,
φίλησέ με πάλι να μάθω τα χείλια μου
χάιδεψε τις φλέβες μου όπως πριν
για ν’ αποκτήσω χέρια
βάφτισέ με
πες μου ποιος είμαι.

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Χάιδεψέ μου το χέρι, κλείσε τα μάτια σου
και φαντάσου όποιον θέλεις, το φίλο σου,
το κορίτσι σου, πες ένα λόγο τρυφερό
απ’ αυτά πού λέμε πάνω στην έξαψη
και μετά δε θυμόμαστε.
Και μη με ρωτήσεις ονόματα
και πού δουλεύω και τούτο και κείνο.
Άσε τη σιωπή πού θα ‘ρθει μετά το τέταρτο
να μας κατακλύσει και να νιώσουμε ντροπή για το χρόνο
ντροπή για τον πηλό μας,
να γεμίσει η κάμαρα νοσταλγία.

ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ

Πώς μπορείς να ξαναμπείς στο δωμάτιο
πού πριν λίγο κράταγες ένα κορμί αγαπημένο;
Βγαίνουν απ’ τις γωνίες χέρια και σε καλούνε
φωνές ψιθυρίζουν στο σκοτάδι μισόλογα «ναι», «όχι»,
«σβήσε το φώς», «μη», «ξανακοίτα με στα μάτια»
το φώς απ’ τις βλεφαρίδες σου πηχτό,
πίσω απ’ το κουρτινάκι ένα γυμνό στήθος
μόλις κρύφτηκε κι είναι χιλιάδες τα φιλιά,
χίλια τα ονόματα, ώμοι και ιδρώτας,
όλα τα έκαψα σαν ασημόχαρτο, κανένα πρόσωπο
δε μού έμεινε ατή μνήμη, βγήκα, λέει,
κάποιο βραδάκι έξω -μ’ έσπρωχναν
κι άρχισε να ψιλοβρέχει, ύστερα μπόρα
μ’ έφερε σε δρόμο ερημικό χωρίς κανένα
κι αυτοί πού στο κορμί. μου γνώρισα
λιώσαν και στάξαν αίμα κι έσβησαν
και φώναξα τότε τ’ όνομά σου να με λυπηθείς.

(Ή οδός Θρασυβούλου, 1979)

ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Ραβί, όλοι ετούτοι οι δικοί μου
που τριγυρνάνε στο λιμάνι δίχως μάνα, δίχως σπίτι,
δίχως ποτέ να τους χαϊδέψει χέρι
παρά μόνο παλιά, πολύ παλιά,
όλα τούτα τ’ ανίψια, οι γιοί μου, τ’ αδέρφια μου,
μαύροι, μελαψοί, χαρακωμένοι,
με τις χοντρές τσατσάρες στην κωλότσεπη,
ιδρωμένοι,
έτοιμοι να δοθούν, να γλείψουν, ν’ αγαπήσουν,
αυτοί πού θα καθίσουν όταν έρθεις;
Είναι πολλοί, τους ξέρω έναν ένανε,
Αρίφ, Ροζέ, Αχμέτ, Σαντίκ,
άλλοι που δεν θυμάμαι πια τα ονόματα τους,
μένει όμως μέσα στο λαιμό μου ή αρμύρα τους,
εκείνη ή γεύση, ή μυρουδιά τής μαύρης σάρκας
ή μαυλισrική, ή περηφάνια κι ή ταπείνωση τής ράτσας τους.
Ραβί, πονάω γι’ αυτούς,
μ’ έχουν παρακαλέσει να μη φύγω,
μπορεί να μη θυμίζει το φιλί τους πασχαλιά,
μα φονικό,
όμως τους προτιμώ -συχώρεσέ με-¬
από τη σκληρή, ανελέητη ράτσα των λευκών.
Μαζεύονται το σούρουπο τριγύρω μου,
τους δίνω καραμέλες, μού δίνουν κεχριμπάρια,
ξόρκια μαγικά μού εμπιστεύονται,
μερικοί ξεθάρρεψαν τόσο
που μού μιλούν ατή διάλεκτό τους,
τί ‘ναι λευκός, τί μαύρος;
Μ’ ένα φιλί (λέει το ξόρκι τους)
κι ένα βοτάνι που κατούρησε νυχτοπατούσα λέαινα
αλλάζεις αμοιβαία χρώμα,
δεν έχεις πια την οίηση τού λευκού,
δεν δυναστεύεσαι απ’ τη μωρία τής ‘Ιστορίας του,
σκουραίνεις, δυναμώνεις, κάνεις μπράτσα,
φεύγεις μακριά για το Αβουκίρ, τη Ζέντα,
ξαναγυρίζεις ξέμπαρκος στον Πειραιά,
κοιμάσαι σε παγκάκι ατσίγαρος,
ζητάς να κάνεις έρωτα χωρίς ντροπή,
όπως εζήτησες εσύ, Ραβί,
ψωμί, κρασί κι ελιές απ’ τη Μαρία
κι εκείνη σού άνοιξε τα στήθη της
μ’ όλη την ταπεινότητα τού στερημένου,
άναψε το λυχνάρι, σού φίλησε τα πόδια
και’ σε τάισε. Δεν θυμάσαι;
Ραβί, πονάω. Βρες μου δουλειά σ’ ένα ποστάλι
γεμάτο νέγρους, μεθυσμένους, μαστουρωμένους ίσως,
με μια άγρια νέγρα Παναγιά να με φυλάει
απ’ το μαχαίρι τού λευκού πισώπλατα.

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ

Κάποτε, βέβαια, θα βρεθώ κι εγώ -ας μη γελιόμαστε¬-
με κάποιο σουγιά μπηγμένο στα πλευρά,
κάποιο σκοινί γύρω απ’ το λαιμό μου,
παραμορφωμένος απ’ τα χτυπήματα τού αγνώστου,
(άνεργος; ναυτικός; ψυχοπαθή ς; τί σημασία έχει…).
Τα συρτάρια μου άνω κάτω, ρούχα πεταμένα,
ολόγυμνος σε στάση άμυνας ή παράκλησης
να κλείσει, να τελειώσει, επιτέλους, το μαρτύριο
(πού, άλλωστε, το περίμενα στο βάθος)
και’ πια να μείνουν πίσω μου δυό τρία ποιήματα,
μάλλον οι, τελευταίοι στίχοι μου,
πεντέξι σοφές υποθήκες πίσω από τη μάσκα μου.
Λοιπόν, ας έχετε το νου σας. «Αν χαθώ,
αν δεν τηλεφωνήσω κι εξαφανισθώ περίεργα,
μην το αποδώσετε στις γνωστές παραξενιές μου.
Ψάξτε με στο λιμάνι, σ’ έρημες μαούνες,
σε τίποτα θάμνα εξοχικά,
σε ύποπτα, παγωμένα ξενοδοχεία,
αναζητήστε με μ’ επιμονή στις ερημιές,
ρωτήστε πρόσωπα στα πάρκα,
κυρίως, διαβάστε για τις έρευνές σας
προσεκτικά τα ποιήματά μου.
Περιγράφω λεπτομερώς τους υποψήφιους δολοφόνους μου,
τί μάρκα τσιγάρου καπνίζουν,
το βλέμμα, τις συνήθειες,
τη βραχνάδα τους.

(Ή μεταφυσική της μιας νύχτας, 1982)