Μήτσος Παπανικολάου

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εκδόσεις Πρόσπερος

ΛΑΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΜΟΥ

Σα νεκροκέρια σε θανάτους μακρινούς
Τρέμουν τα’ αστέρια την νυχτιά τη μαύρη.
Αλαφιασμένος ξεφτερούγισεν ο νους
Και μες το σκότος τους νεκρούς γυρεύει να βρει.
Θανάτους άπειρους βλέπει απλωμένους
Πάνω στο χώμα φύλλα κίτρινα δέντρων-
Μα Δε τους νοιώθει και ζητάει στους πεθαμένους
Κάποιον ανύπαρχτο και ανεύρετο νεκρό…

Απόψ’ εφύσα μανιακό τα’ αγέρι του βοριά
Κι όσα ξερόφυλλα στη γη απάντησε πεσμένα,
Η ορμή του τα συνεπήρε , τα σήκωσε ψηλά
Και σ΄αλλα μέρη μακρινά τα πέταγε- ωιμένα!
Φύλλο ξερό, φύλλο φτωχό πεσμένο απ’’ το δεντρί,
Κι εγώ με φόβο κι ηδονή προσμένω τέτοιο αγέρι
Που μιαν ημέραν άγνωστη απ’ αυτήν εδώ τη γή
Θα με πετάξει μακριά, ποιος ξέρει σε ποια μέρη!

Έρμο το δεντράκι του άφησε
Ο νοικάρης του τα’ αηδόνι
(Έρμο το σπιτάκι μου άφησε
η νοικάρα μου η χαρά).

Ξέρα, γύμνια στα δεντρόκλαδα
Τα’ ακροκλώνια σκέπει χιόνια..
(Μαύρη νέκρα στο σπιτάκι μου
στις γωνιές του η συμφορά…)

Πάλι το πουλί ξανάρχεται
Το δεντρί πετάει βλαστάρια.
(Στη χαρά έχει το σπιτάκι μου
τις πορτούλες του ανοιχτές…)

Το πουλί πηδάει χαρούμενο
Στού δεντριού τα κλωνάρια.
(Η χαρά’ κόμη Δε φάνηκε.
Πότε θα φανεί; ποτές!…)

ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΜΑ

Ερημωμένο ανάστερο του υγρού Σεπτέμβρη βράδυ
Αστραπής λάμψη ξέσκισε το σύμπυκνο σκοτάδι
Κι ακούστηκε στη σιγαλιά βροντή βαρειά, μεγάλη.
Ανήσυχη η γατούλα μου κοιτάει για το μαγκάλι…

ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ

Ηλί, Ηλί , λαμά σαβαχθανί;
( Νιώθει ο θνητός του θανάτου τον τρόμο).
Κι έτσι μ’ αυτό σβήνει η γλυκειά φωνή
Και γέρνει το κεφάλι προς τον ώμο.

Συγνεφιασμένοι οι απριλιάτικοι ουρανοί,
Τα’ αχνόροδα μαδούν εκεί στο δρόμο
Σύμπασα η Χτίση χάνεται, θρηνεί
Μα γέρνει, όπως Εκείνος, μπρος στο Νόμο…

Τα χρόνια αγύριστα περνούν και τώρα
Από σταυρούς εσπάρθη κάθε χώρα
Μ’ ατάραχοι ψηλάθε οι Σταυρωμένοι

Στα πόδια τους θωρούνε δακρυσμένη
Μια Παναγιά, μια Μαγδαληνή…
Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;

ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Μόνοι το δ΄ρομο πήραμε και φθάσαμε σστην άκρή.
Και τώρα, αν θα χωρίσουμε, θα μας ενώνει ο πόνος.
– σφίξε το χέρι δυνατά, μά κράτησε το δάκρυ…
Μόνος εγώ τραβάω μπροστά κι εσύ γυρίζεις μόνος.

– Πρόσμενε πάντα πρόσμενε ποιος ξέρει αν κάποια μέρα
Με σταματήσει η κούραση και με γυρίσει πίσω
Και νεκρωμένος τότε πιά, γυρνώντας από πέρα,
Σαν αστρά αθάνατης ζωής τα μάτια σου αντικρίσω;

ΧΑΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ

Αν άλλοτε μ’ αγάπησες κι αν πια Δε μ’ αγαπάς
Με΄ς στην καρδιά μου η αγάπη σου πάντοτε η ίδια μένει.
Μ’ αρκεί στη θλίψη ν’ αγαπάς της βαρυχειμωνιάς
Μι’ άνοιξη περασμένη

Και τώρα μάταια αν ποθώ τα θεία σου φιλιά
Την αγκαλιά σου αν έχασα και αν νοσταλγός σου μένω,
Σ’ αυτό τον κόσμο πάντοτε –πικρή παρηγοριά-
Μας μένει το χαμένο.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Μη με προσμένει πια να ρθω στο βουερό ακρογιάλι.
Την αμμουδιά να πάρουμε, να φθάσουμε ως το μώλο.
Στην καταχνιά της θάλασσας και στην ανεμοζάλη
Σα ροδοσύγνεφο σκορπά, σβήνει το είναι μου όλο.

Κάποια φωτιά ονειρεύομαι για το σβηστό μας τζάκι
Ν’ αστράφτει μες στη σκοτεινιά της σάλας της κλεισμένης.
Να κρούει το παραθύρι μας ο αέρας, το νεράκι
Και εσύ δειλή κι αμίλητη στο πλάι μου να μένεις.

Να λες σ’ αυτή σου τη σιωπή όσα ποτέ δεν είπες
Στις ανοιξιάτικες αυγές, στα θερινά τα βράδια,
Ν’ αντιστοράς στο βλέμμα σου χαρές μαζί και λύπες
Πόθους, παλμούς, ονείρατα, φιλιά, αγκαλιές και χάδια.

Κι έτσι στην κρύα τη σκοτείνιά της νύχτας του Γενάρη
Μες στ’ όνειρο θ’ αγγίξουμε μια άνοιξη περασμένη,
Τα ΄ρόδα τα’ απριλιάτικα που πια μας τα’ χουν πάρει
Ή Μοίρα μας κι οι ξένοι.

ΜΙΑ ΛΥΠΗ

Είναι βαριά, πολύ βαριά, Σα σύγνεφο η λύπη,
Σύγνεφο χινοπωρινό που βρίσκει αραξοβόλι,
Πάνω απ’ το ήσυχο χωριό κι απ΄ την πολύβουη πόλη
Με μια βροχούλα σιγανή να πει το καρδιοχτύπι.

Να ποτιστεί απ΄ το δάκρυ του και το έρμο περιβόλι,
Τα παραθύρια να χτύπα και από το τζάμι οι χτύποι
Να φέρνουν μες στην κάμαρη τη μνήμη αυτού που λείπει
Κι έτσι ή μια λύπη να σκορπά και να την νιώθουν όλοι.

Και πάει σ’ όλα τα πρόσωπα και στέκεται σαν άχνά
Και τα ματάκια υγραίνουνε και νιώθουνε τα σπλάχνα
Τον πόνο το γλυκόπικρο που φέρνει εκείνη η λύπη

Κι είναι τα πάντα πένθιμα, τα πάντα λυπημένα
Στο καρδιοχτύπι που σκορπά η λύπη αυτού που λείπει
Κι είν’ όλα γνώριμα και κλαίν τη λύπη κι έμενα.

ΕΝ’ ΑΠΟΓΕΜΑ

– Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ ω εσύ που’ ρθες σε μένα,
Τα’ ωχρό το απομεσήμερο κι έφυγες με το βράδυ,
Περαστικά σαν τα’ όνειρο, σν το φιλί θλιμένα
Που άφηνες, φεύγοντας, σε μένα για σημάδι.

Και γέμισες με μι άπειρη γλυκύτητα τα ξένα
Που ήταν για μένα πιο βαριά κι απ το σκοτάδι.
Και νιώθω ακόμα σήμερα, που σ’ έχω πια χαμένα,
Απ’ το κορμί μου να περνά κάποιο δικό σου χάδι.

Γι’ αυτό κι εγώ σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ και τώρα
Τόσο γλυκά, όσο μου χάρισες κι εσύ
Τη δύναμή σου, τη χαρά, τη νιότη σου στην ώρα

Που έδειχνε ο δείχτης άμετρη στιγμή την ηδονή.
– Ω έσυ που δ με γνώριζες κι ήρθες σε με, κι εγώ,
Σα να σε γνώριζα από πριν, σε θέλω και σε νοσταλγώ.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Ένα σπιτάκι μου’ ρχεται στο νου μου κάθε βράδυ
Στη γειτονιά που υψώνεται μια πληχτικιά εκκλησία,
Που ζει και που ονειρεύεται με την ανησυχία
Κάποιου ξενιτεμένου.

Πόσο βαθιά η ανάμνηση στην ώρα τη θλιμένη,
Την ώρα που τα σύγνεφα φωτοπεριχυμένα
Απ’ τα στερνά ηλιοχρώματα παν κι έρχονται στα ξένα
Με τα βαριά βαπόρια.

Με τα βαπόρια που έρχονται κι αράζουν στο λιμάνι
Κι απ’ την καρδιά μου κλέβουνε του γυρισμού τον πόθο
Κι όταν σε λίγο φεύγουνε πάντοτ’ εγώ τα νιώθω
Χωρίς εμέ να φεύγουν.

Και μέσα στην ανάμνηση, που ‘ ρχεται κάθε βράδυ
Του άσπρου σπιτιού που είναι κοντά στην πληχτικιά εκκλησία
Περνάει σε μιαν ατέλειωτη και θλιβερή οπτασία
Ολ’ η παλιά ζωή μου.

ΒΑΡΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ

– Τι να πούμε, τι να πούμε τούτη τη βαθιά στιγμή;
– Κοίτα εμέ που είμαι
Σαν το δειλινό χλομή,
Σαν το δειλινό που σβήνει τη μεγάλη αυτή στιγμή…
– Πέρα εκεί, κάτου στον κάμπο, πέφτει όλο το φως θαμπό,
Φως που μοιάζει σαν τον ίσκιο,
Κι από την βαριά ψυχή μου βρίσκω
Μέσα στην ψυχή του κάμπου κάποιον ίσκιο.

Και τα δέντρα έχουνε δέσει στα κλαδιά τους
Την καρδιά τους.
Κι έτσι, ως να μην απολείπει
Από μέσα τους η λύπη,
Και τη νύχτα και τη μέρα
Λένε κάποιο καρδιοχτύπι
Στον αέρα.

Κι από την ψυχή μου βρίσκω
Μέσα στην ψυχή του κάμπου κάποιον ίσκιο.

Η ψυχή του κάμπου μένει
Μες την ώρ’ αυτή θλιμένη
Κι έχει κλείσει όλους τους πόνους, από χρόνους,
Όλων των πικρών καρδιών,
Που τα βράδια με τα θάμπη
Τις γρικάνε πάντα οι κάμποι
Κάτι θλιβερό να λένε και να κλαίνε
Πάντα αντάμα με το κλάμα των καρδιών
Των καρυδιών.

ΒΡΑΔΙΑΣΜΑ

Γύρω στη θάλασσα η στεριά, στ’ ακροθαλάσσι η χλόη
Και κάποια δέντρα που λυγούν στου δειλινού τις αύρες
Και σβήνει με το φλοίσβημα το μαύρο μοιρολόι,
Που φεύγει απ’ των κυπαρισσιών τις φυλλωσσιές τις μαύρες.

Κάποια πουλάκια που πετούν μαζί με τις βαρκούλες,
Τραγούδια που θρηνούν γλυκά μαύρων ψυχών τα πάθη
Κι όλα μαζί, βάρκες, πουλιά, τραγούδια και ψυχούλες
Με την ημέρα χάνονται στου ορίζοντα τα βάθη…

ΥΠΝΟΣ

Έρχομαι από τη νύχτα του καιρού
Στη κάμαρή σου κάθε βράδυ
Και πάω και στέκομαι παντού
Σα χάδι.
Σα χάδι στέκομαι – κι απλώνω
Σα μια ψύχη
Που αποκοιμίζει ό,τι απ’ το χρόνο
Δεν έχει ακόμα κοιμήθει…

Σμίγει , η ψυχή μου με το φως της λάμπας που όλο σπάζει
Στους τοίχους και στα πρόσωπα προγονικών εικόνων
Που τραγικά χαμογελούν, Σα να κατασταλάζει
Απάνω τους το μυστικό κάποιων αρρώστων πόνων…

Έρχομαι από τη νύχτα του καιρού
Και μες στη νύχτα απλώνομαι παντού-
Στη νύχτα και στην κάμαρά σου,
Στο πνεύμα σου και στην καρδιά σου.

Έρχομαι από τη νύχτα του καιρού
Κι είμ’ η ψυχή της νύχτας

Βαραίνω και τη σκέψη μου μακραίνω
Στα πάντα και παντού
Σε νοσταλγίες και θυμούς και λύπες
Ντυμένες στις τολύπες
Του βραδινού καπνού.

Γυρίζω αργά, νοσταλγικά και βαρεμένα
Σα νότε από λάγνο μαντολίνο
Κι ό,τι απομένει πια σε μένα
Τριγύρω μου το χύνω
Και σβήνω.

Και σβήνω με κάποιες φωνές που εγλύκαναν το βράδυ
Και με το φως που εσάλευε στην κάμαρά σου ωχρό
Και μ’ ότι ζει μαζί
Και με τα πάντα και με σένα
Μες στο σκοτάδι γίνομ’ ένα
Και χάνομαι μες στον καιρό…

ΒΡΑΔΙΝΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ

1

Η ζωή αναδιπλώνεται ριγμένη
Σα μια γαλάζια γάζα αχνή
Πάνω απ’ τη μέρα που πεθαίνει
Χωρίς φωνή και μακρινή…

Και μες στο δρόμο που πηγαίνει
Σα μια κηδεία εσπερινή,
Λάμπουν φωτιές από το δάσος
Κι αντιλαλούν οι εσπερινοί…

Και στον ορίζοντα που εχάθη
Η ώρα σβήνει και σωπαίνει
Παν’ απ’ τη μέρα που πεθαίνει

Και τη γαλάζια σκίζει γάζα-
Κι ο θάνατός της μας καλεί
Μ’ ένα φιλί τριανταφυλλί…

2

Τέτοια γαλήνη έχει απλωθεί
– με ούτε τα φύλλα που σαλεύουν-
κι όλα στο πάρκο το βαθύ
το μαρασμό τους, λες , δουλεύουν

ευγενείς άρρωστοι οι ανθοί
μες στις ωραίες του πόζες ρέβουν:
κι αν έχουν κάποιοι μαραθεί
το μαρασμό τους πως ζηλεύουν…

οι κύκνοι αγέρωχα περνούν
μες στο νεκρό νερό που εστάθη
κι έτσι, ως μα μη τους συγκινούν

οι μαρασμοί και τόσα πάθη,
το κάτασπρο λαίμο σηκώνουν
να φθάσουν κάτι, που δεν σώνουν…

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Να μια ζωή που πριν να ζήσει ακόμα θα πεθάνει,
Μέσα στο μάκρος των λευκών θαλάμων, θλιβερά
Κάτ’ απ’ το φως το αδύναμο, που η μέρα το’ χει υφάνει
Λευκό για να σκεπάσει τόσα μάτια θαμπερά,
Πριν έρθει ακόμα ο θάνατος χλομός ναν τα χλομιάνει.

Νεκρή ζωή που ακόμα ζεις σε κάποια μάτια ακόμα
Θαμπά, Σα φως όπου πέρνα βαθύχρωμα γιαλιά.
Που ό, τι σου μένει ζωντανό σε θάμπος ή σε χρώμα
Είναι τα μάτια σου, κι αυτά θα σβήσουν Σα φιλιά,
Θα σβήσουν όπως έσβησε κι όλου σου τα’ άλλο σώμα.

Φτωχά παιδιά, τι αναμνήσεις σας δέρνουνε τη μέρα,
Τις ώρες που κουράζεται κι ο θάνατος αυτός,
Να παραστέκει γύρω σας σαν αδελφή ή μητέρα,
Τις ώρες που κάποιας πληγής ο πόνος ο φριχτός
Περνάει με κάποια πρόσωπα που ζουν μες στον αέρα.

Και σας σκεπάζει την καρδιά η πιο μεγάλη λύπη,
Κάποιου θανάτου – αλίμονο!- που ίσως σε λίγο ρθεί
Να σβήσει ένα παράπονο και κάποιο καρδιοχτύπι
Για μια ζωούλα, που έσβησε χωρίς να μαραθεί,
Σα δέντρο που το ρίξανε του ξυλοκόπου οι χτύποι.

Και μες στο βράδυ το βαρύ που χύνεται απ΄ τα πλατιά
Μές απ’ των παραθύρων τα χρωματιστά γιαλιά,
Σας βλέπω να πεθαίνετε στα κάτασπρα κρεβάτια,
– Νιάτα γιομάτα!- σαν πουλιά
Ενώ οι αχτίδες οι στέρνες σας κλείνουνε τα μάτια…

ΓΡΑΜΜΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ ΣΕ ΚΑΛΟ ΦΙΛΟ

Γιάννη μου, πίστεψες πότε πώς σ’ είχα λησμονήσει;
Έτσι από κάτι αλλόκοτο Δε σου ‘ γραφα ως τα τώρα,
Μ’ απόψε, καθώς μου’ φερε τη νοσταλγία η δύση
( θυμάσαι κάποτε άλλοτε, την ίδια ετούτην ώρα
κοιτάζαμε απ’ την εξοχή τα χρώματα, τα φωτά
που σκόρπιζε το δειλινό στη θάλασσα, στη χώρα;
Θυμάσαι που μιλάγαμε για τα παλιά, τα πρώτα
Και τις καρδιές μας σμίγαμε στο ρεμβασμό, θυμάσαι;)
– κι όλο για σέναν η ψυχή, για σένα απόψε ερώτα
και να σαι μπρος μου ολάκερος κι αγαπημένος να σαι
κι η πένα μου αθέλητα αρχίνησε να γράφει
στο άσπρο χαρτί που η κάθε του γραμμή σου λεει: άσε
πια τα πικρά παράπονα και νιώσε πως οι τάφοι
Δε σβήνουνε τα αισθήματα της νιότης μας των χρόνων,
Που τις καρδιές μας κάνανε να γίνουνε ζωγράφοι
Ή μια της άλλης των παλμών, των πόθων και των πόνων,
– και σ’ αγαπώ, σε νοσταλγώ, σε θέλω, σε θυμάμαι,
και στις καρδίες μας πάντοτε ας φτερουγίζει μόνο
πάντοτε η πρώτη αγάπη μας –κι ας πάμε όπου κι αν πάμε…

ΝΕΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Τα χέρια μου, τα χέρια μου πόσο ήταν κουρασμένα!
Είδαν πολλά ναυάγια της φαντασίας τα πλοία
Που αράζαν σε μιαν έρημη για πάντα παραλία
Με το γιαλό δεμένα και με μένα.

Η μαραμένη μου καρδιά ήρθε και γίνηκ’ ένα
Μ’ ότι της έδινε τροφή για τη μελαγχολία:
Με χλομιασμένα πρόσωπα και μ’ άρρωστα βιβλία
Από ποιητές που πόνεσαν γραμμένα.

Και ξέχασα τους στίχους μου που κάποτε είχ’ αρχίσει
Και γύρω μου αν βασίλευε μια δοξασμένη φύση,
Ήταν σε μένα αγνώριστη και ξένη.

Μα ο στίχος μου έτρεξε πηγή, πληγή και δόξα,
Κατ’ απ΄τα ρόδινα αττικά, σαν είδα απόψε, τόξα
Το θείο το καλοκαίρι να πεθαίνει…

ΒΡΑΔΙΝΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ

Να κι ο χειμώνας που’ χει φτάσει
Και σκοτεινιάζει πριν βραδιάσει,

Και σκοτεινιάζει μες στην πόλη,
Στη φύση και στη ζήση μου όλη

Να και το βράδυ πού’ χει πέσει
Και κόβει τη ζωή στη μέση,

Και κόβει την ζωή στα δύο
Με το βοριά και με το κρύο

Να κι η καρδιά μου που στο τζάκι
Θ’ αράζει σαν το καραβάκι,

Που από ταξίδια ωραία φτάνει
Και ναυαγεί μες στο λιμάνι.

Ναυαγισμένοι πλάι στο τζάκι
Με την καρδιά μας καραβάκι,

Πως θα μπορέσουμ’ εμείς τώρα
Με το βοριά και με τη μπόρα

Να ξαναρχίσουμε τα ίδια
Των αναμνήσεων τα ταξίδια;

ΟΡΚΟΣ

Ορκίζομαι στον άνθρωπο πως άνθρωπος θα μείνω
Πως το άσπρο χέρι μου ποτέ ντουφέκι Δε θα πιάσει,
Μονάχα για την τίμια δουλειά πλάστηκ’ εκείνο.

Κι αν ξένος και άγνωστος καλώς τον κι ας κοπιάσει!
Μέσα στο σπίτι μου κι αυτός κοντά μου θα χωρέσει
Αφού μες στην αγάπη μου χωράει όλη η πλάση.

Το κριθαρένιο μου ψωμί θα κόψουμε στη μέση,
Θα τόνε κάνω αδέρφι μου κι η μάνα μου παιδί της,
Κι όταν χωρίσουμε στερνά η καρδιά μου θα πονέσει.

Στην πολιτεία όλης της γης θα’ μια καλός πολίτης
Κι ο, τι μου πρέπει απ’ τη δουλείά θα παίρνω, κι έχει ακόμα
Για να μου δώσει κι η ζωή τόση χαρά δική της!

Είναι και μπόρες βεβαία που μας κυλούν στο χώμα
Μα όλα περνούνε, τίποτε χωρίς ν’ αφήσουν πίσω,
Κι αν σήμερα έχουμε άνοιξη, χτες είχαμε χειμώνα.

Ορκίζομαι έτσι ταπεινά κι αθόρυβα να ζήσω
Όπως δεν έζησε ποτέ των κάμπων χαμομήλι ,
Έτσι που και τα μάτια μου μες στη χαρά να κλείσω,

Ολόγυρά μου βλέποντας πως με θρηνούνε φίλοι.
Τέτοιος γαλήνιος θάνατος σε μας ταιριάζει μόνο
Κι η μοίρα τέτοιο θάνατο σ’ όλο τον κόσμο ας στείλει.

Ορκίζομαι στον άνθρωπο να ζω μόνο για αυτόνε,
Το ορκίζομαι και στο ψωμί που το χουνε ζυμώσει
Μ’ ιδρώτα κι αίματα αυτοί που αξίζει να το τρωνε!

Μα όταν κανείς το χέρι μου θελήσει ν’ αρματώσει
Κι αλίμονο, τα’ αδέρφι μου με βάλει να ξεκάνω
Κλείνω βαθιά μες στην καρδιά στοργή κι αγάπη τόση,
Που ορκίζομαι στον άνθρώπο γι’ αυτόν πως θα πεθάνω!

ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Ώρες ώρες γυρτός κι από το κλάμα πνιγμένος
Συλλογίζομαι τόσα που’ χω πια λησμονήσει
Λίγα χρόνια πέρασαν κι όμως είμ’ ένας ξένος
Για όλα εκείνα που τά ‘ χω στη ζωή μου αγαπήσει.

Ένας έρρως μονάχα δεν θρηνεί πεθαμένος
Κι αν επέθανε αυτός άλλον έχω αναστήσει.
Στην ζωή μου κι αν είμαι νικητής, νικημένος,
Κάποια αγάπη θα μείνει και μ’ εμένα θα σβήσει.

Συλλογίζομαι εκείνα που αγαπούσα παιδάκι
Και που τίποτα τώρα Δε μου δίνουν δεν είναι…
Ω Νυμφίε κι εσένα Επιτάφιε θρήνε!…

Τα λουλούδια, οι καμπάνες, τα’ αναμένο κεράκι,
Στου φτωχού Ναζωραίου το κορμί κάποιο δάκρυ…
Σας εξέχασα; Τότε γιατί κλαιω σε μι’ άκρη;

ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΒΟΥΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Μέσα στην βουή του δρόμου
Ήταν να βρω το όνειρο μου,
Να το βρω και να το χάσω
Κι ούτε πια που θα το φτάσω.

Μια στιγμή πέρασε μπρος μου
Κι ήταν η χαρά του κόσμου,
Η χαρά που μας ματώνει
Σαν οι πιο μεγάλοι πόνοι.

Πέρασε όπως περνούνε
Όσα Δε θα ξαναρθούνε-
Πουλιά που χουν φτερουγίσει
Σύννεφα μέσα στη δύση

Κι άφησε στο πέρασμά του
– Πέρασμα ζωής, θανάτου-
Στην καρδιά μου Σα σφραγίδα
Ώ…την πεθαμένη ελπίδα

Μια ελπίδα πεθαμένη
Που μας ζει και μας πεθαίνει
Κι όλα μας τραβάει δω κάτου
Ως την πόρτα του θανάτου.

Όνειρο γλυκό και ξένο
Και παντοτινά χαμένο
Σε κρατώ στο νου μου ακόμα
Σαν τριαντάφυλλο στο στόμα

Όταν πέρασες με πήρες
Κι όλες μου άνοιξες τις θύρες
Με το μαγικό κλειδί σου
Του χαμένου παραδείσου.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ

Σαν πάντα το φθινόπωρο και σήμερα έχει έρθει
Μοιράζει το χρυσάφι του, μοιράζει το μαράζι
Και γύρω δέντρο, ούτε κλαρί χλωρό δεν θα βρεθεί
Για ένα πουλί, για μια ψυχή, λιμάνι που αράζει.

Και να, το βράδυ κι η βροχή το τζάμι μου χτυπάει
Σα μια ερωμένη μου παλιά, μέσα σε τόσες άλλες,
Μα είν’ η ψυχή μου αισθαντική και ξέρει ν’ αγαπάει
Κάθε που κλαιει μες την ζωή και της βροχής οι στάλες.

Κουβέντες μες στη σκοτεινιά, του ανέμου μοιρολόι,
Ώρες μεγάλες κι αδειανές και νοσταλγία τόση,
Μα, στη γωνιά, καθώς χτυπά τα’ αλύπητο ρολόι
Θυμίζει τόσα πράματα που τα χει πια σκοτώσει.

Σαν πάντα το φθινόπωρο και σήμερα έχει ρθει.
Μοιράζει το χρυσάφι το, μοιράζει το μαράζι.
Πώς να μπορέσει μια καρδιά κι αυτή να κρατηθεί
Ως τον Απρίλη που θα ρθει, σαν πάγος που δεν σπάζει;

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Νιότη μου, που δεν σ’ ένιωσα, χωρίζουμε για λίγο
Μάταια τα χέρια μου κρατάς στα χέρια σου πριν φύγω.
Το αίμα τρέχει απ’ την πληγή που σ’ άνοιξα στα στήθη-
Ω… ο θάνατός σου να σβηνε κι αυτός μέσα στη λήθη…

Μου λείπεται ως την ύστερη την ώρα λίγος δρόμος.
Θα τον περάσουμε κι αυτόν τι το όφελος μας όμως,
Αφού την αγία βλάστηση που γύρω μας φουντώνει
Η πληγωμένη σου καρδιά στάζοντας θα ματώνει;

Ωστόσο ας προχωρήσουμε… Τίποτε πια δεν μένει
Στο τελείωμα του δρόμου μας ο τάφος περιμένει-
Τα χέρια μου τον άνοιξαν, μυρίζουν χώμα ακόμα,
Και θα τον κλείσουμε μαζί με τα αχραντό σου σώμα.

Όμως κάλλιο να πέθαινα πριν από σένα, Νιότη
– κερδίζουν πάντα στην ζωή όσοι πεθαίνουν πρώτοι-
παρά να σέρνω ανέλπιδος τα βήματά μου μόνα
σ’ ένα χλομό χινόπωρο κι ύστερα στο χειμώνα.

Λευκές με σέναν άνοιξες κι άλικα καλοκαίρια
Σκορπίζουν τα λουλούδια τους και χίλια περιστέρια
Με τσακισμένα τα φτερά σωριάζονται στο χώμα
Εκεί που – θρήνος- οι Έρωτες ψυχομαχούν ακόμα.

Μόνος μου πια δεν θα νοιαστώ η Μούσα αν μου βάνει
Πάνω στα γκρίζα μου μαλλιά της δάφνης το στεφάνι
Απ το κεφάλι μου έπεσαν τα ρόδα που φορούσα
Κι ότι τα νιάτα μου άξιζαν, ω… δεν τα αξίζει η Μούσα.

Ήσουν τραγούδι αέρινο στα σύννεφα γραμμένο
Όνειρο πάνω απ΄ τη ζωή κι απ τους ανθρώπους ξένο
Που η μπόρα τώρα σε σκορπά μες στ’ ουρανού τα βάθη-
Πουλί που στον ορίζοντα το μακρινό εχάθη.

Το χέρι μου περίλυπος στο μέτωπό μου ας φέρω:
Θα ξέρω πως η σκέψη μου κλείνει βαθιά ένα γέρο.
Ω… τον πραγμάτων βιάστηκα και βρήκα το άδειο βάθος
Κι αιτία του θανάτου σου γίνηκε αυτό το λάθος.

Νιότη μου, πού δεν σ’ ένιωσα, χωρίζουμε για λίγο…
Σε μια κραυγή το στόμα μου μ’ απελπισιά ανοίγω
Αυτά τα λόγια μονάχα στο θάνατό σου παν
– Πεθαίνει ο Μέγας Πάν…

ΛΥΡΙΚΟ

Ήταν αλήθεια πως εζούσα
Κάποια ζωή ξεχωριστή
Ζούσα όπως ήθελεν η Μούσα
Κι όπως δεν ήθελε η ζωή

Λοξά με κοίταζαν οι άλλοι
Σαν να με παίρναν για τρελό
Κι ήταν για με χαρά μεγάλη
Μαζί τους πάντα να γελώ

Μ’ αλήθεια, αν έχασα το νου μου
Κι αν έχω τώρα τρελαθεί,
Το’ πάθα, αχ άστρο τα’ ουρανού μου,
Όταν επρόβαλες εσύ!…

ΑΡΡΩΣΤΙΑ

Το φεγγάρι απόψε λάμπει
Σε θερμούς ονειροπόλους,
Σε ζευγάρια ερωτεμένα –
Λάμπει σ’ όλους, και σε μένα…

Το κοιτώ, καθώς περνάει
Ταξιδιάρικα στα χάη
Πέφτει στο κρεβάτι απάνω
Που ίσως μέλλω να πεθάνω…

– το δικό μου θέλεις πόνο;
Όλοι οι πόνοι μου κοιμούνται
Ένα «χαίρε» δόσε μόνο
Όπου ακόμα με θυμούνται…

IN QUESTA TOMBA

Απελπισία, απελπισία, απελπισία…
Απάτη το όνειρο και η φαντασία.

Οι θάνατοι έχουν φτάσει τις γεννήσεις
Κι όμως εσύ ζητάς ν’ αυτοκτονήσεις.

Ο έρως απογοήτευση μεγάλη-
Την μιάν αγάπη αφήνω για την άλλη.

Αγώνες, περιπέτειες και ταξίδια
Η γη ένας βράχος κι ήμαστε τα στρείδια.

Η ποίηση, η σοφία δεν με σώνει
Δεν είμαι ούτε μυρμήγκι, μήτε αηδόνι.

Του αγνώστου το μυστήριο για να λύσω
Θα’ πρεπε να πεθάνω και να ζήσω

Και το τραγούδι μου αυτό γιατί το γράφω;
– Ω,,, σε ποιο σκοτεινό τάφο…

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η θάλασσα απ’ τον εξώστη κι ο ουρανός…
Επιθυμία γλαυκή, πω να σε ζήσω;
Που ν το καράβι να με φέρει πίσω
Εκεί που είναι ο μεγάλος ωκεανός;

Επιθυμία γλαυκή: χρώμα, καπνός.
Εκεί που λείπει για να τραγουδήσω,
Τραγούδι που ποτέ δεν θα γρικήσω
Και πόθος που δεν είναι ο ανθρωπινός…

Οι ναύτες τραγουδάνε στο καράβι
Τραγούδια με φωνή θαλασσινή
Κι η επιθυμία ανάβει, ανάβει, ανάβει,

Σαν τη φωτιά στη γη τη μακρινή…
Αχ, όνειρο γαλάζιο και μεγάλο,
Απ’ το τραγούδι μου δεν είσαι τιπότ’ άλλο!

ΣΟΝΕΤΟ

( του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη)

γραμμένο στα γαλλικά, εδώ σε μετάφραση Τ. Κόρφη

Του πόθου πηγές
Μια νιότη γυμνή
Του δρόμου το θέλγητρο
Προς το άγνωστο πάντα

Μαδημένα τριαντάφυλλα
Στης αγάπης το διάβα
Κι αγάπες βρεγμένες
Σε δάκρυα, πάντα.

Είμαστε Ναπολέων
Ταξιδιώτες κυνηγημένοι;
Ω τίποτα άλλο δεν είμαστε

Παρά άνθρωποι μόνο
Που προσπάθειά τους υπέρτατη
Ο έρωτας είναι ή ο θάνατος.

ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ

1

Πώ, πω, τι κρύο κάνει…
Επάγωσαν οι μάσκες στις βιτρίνες
Ένα τριμμένο ντόμινο πώς να ζεστάνει
Την καρδιά μου την άδεια σαν κι εκείνες;

Είχα μια αγάπη που πάει να σβήσει-
Δε θα μπορούσε ακόμα να κρατήσει;
Αύριο θα ‘ χουμε Άνοιξη κι Απρίλη
Κι εμείς δεν θα μαστε ούτε φίλοι…

Ήταν γραφτό της όμως να πεθάνει
Μέσα στην παγωμένη αποκριά
Έτσι απ’ το κρύο, όπως μια γριά
Που δεν υπήρχε τίποτα να την ζεστάνει…

(Επιμέλεια για το ¨ποιείν¨ Νίκος Λέκκας)