Μπωντλαίρ;

Στέκω γυμνός και σε κερνάω…
Θέλεις να πας στην όπερα… Όμορφος, ατσαλάκωτος, με μαύρη κάπα να κρύβεις καλά τις πληγές.
Το Παρίσι είναι όμορφο ακόμα. Στα σκουπίδια υπάρχουν μόνο αδεία μπουκάλια φτηνόκρασου, καπότες, σέα, και σωρός από γυναικείες κολόνιες.
Ρωτάς για την δική μου Ελλάδα.
Για τα ταξίδια μου…
Απαντάω αυτά που γίνονται στους τεκέδες. Αυτά μόνο θυμάμαι. Τα άλλα, που προϋποθέτουν εισιτήριο τα έχω απορρίψει ως ακραία καπιταλιστικά που εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη ανάγκη.
Η μάνα μου την έκανε για Ισλαήλ για να προσκυνήσει λεει τα’ άγια.
Μαρξιστής εγώ προτιμώ άλλου είδους οπιούχα. Παπαρούνας αποστάγματα μετά της κατάλληλης επεξεργασίας βεβαίως…
Ρωτάς για την δική μου Ελλάδα.
Για τα καμπαρέ μου…
Αυτά που βγάζουν την ψυχή μου, τα μύχια μου τυπωμένα και μελανιασμένα από τον οξύ πόνο. Μου βάζουν κωλοδάχτυλο και τα γαμάω παράλληλα…
Εγώ ο γαμιάς τους και αυτά οι ψυχοπουτάνες μου…
Και για τα πεζοτράγουδα μου; λες. Πες μου κάτι για αυτά που σε στιγμάτισαν.
Μόνο δύο του μεσοπολέμου… Απαντάω δειλά
Το «Τραγούδι της Μορφίνας» του Λαπαθιώτη και τρεις λέξεις από «Την ζωή μου στο Δρομοκαϊτείον» του Ρώμου Φιλύρα: Σκιά Όναρ Άνθρωπος
Αυτός είμαι εγώ…
Αυτός είσαι εσύ…
Αυτό είναι το Παν.
Στοιχειωμένοι..
Παιδιά του δρόμου. ..
Έξω όλη νύχτα..
Καραβαρία…
Μπερδεμένα όλα…
Ο ανθρώπινος πόνος, ο ύστατος εξευτελισμός και το αναφαίρετο δικαίωμα σε μια κοινωνία μεταλλαγμένων (έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θ’ ναι) που κάκιστα ονομάζεται μορφή κοινωνικοποίησης, η μαγκιά τού να ζήσεις, να πορευτείς και να πεθάνεις ο εαυτός σου. Ανά τους αιώνες αναφέρομαι.

ΛΙΑΝΑ

Σ’ έχω χάσει χρόνια. Μπορεί από τύχη, μπορεί από μοίρα, μπορεί ότι δεν ήμουν άξιος.
Τα νέα μου τα ίδια.
Ερωτευμένος πάντα με το άγνωστο.
Αυτή την περίοδο νιώθω απίθανα όμορφα τόσο που αισθάνομαι περίεργα.
Ξέρεις μετά από όλα δίνεις άλλες αξίες.
Άμα σε βλέπουν πειραματόζωο για την χημείες τους, χάνεσαι και ανασυγκροτείσαι.
Αρχίσουν να σαπίζουν και τα δόντια μου.
Και οι παλιοί όλοι ζουζουνέλοι..
Ελεύθεροι σκοπευτές.
Και φράγκα γαμώ το χριστό μου.
Ταπί.
Αγκομαχώ ακόμα και για τα απαραίτητα.
Ο ίδιος είμαι ακόμα.
Δεν άλλαξα.
Μαλάκια ή όχι.
( Μακάρι να έβλεπες αυτό το κείμενο και να μου μιλούσες όπως το πρώτο βράδυ για την ποιητική του Νίκου Καββαδία). Όνειρα έτσι;

Άτιτλο

Εγώ Πάτρα κατά το έτος 1999.
Γιατί όλα έπρεπε να γίνουν όπως έγιναν.
Ρεαλιστικό σενάριο, έντονα ποιητικό,
– ξέρω γω; πιανού υπερρεαλιστή σκηνοθέτη.-
Χώνω σε μονοκάμερο, αδύνατος σαν σκελετός,
Αρχή από μούσι
Μες την βρόμα
Να βρομοκοπάει το στόμα μου ουζίλα
Σαν να έχω φαει μπουνιές στα μάτια.
– αυτά τα κάλυπτα με γυαλιά –
και με τέσσερα σφυροδρέπανα να μου βαραίνουν την πλάτη.
……………………..
Σβάρνα και γυρτά
Βιώνω μια γερασμένη εφηβεία.

Αρτώ Αντονέν

«Για να τελειώνουμε με την υπόθεση του Θεού» και νέο- ελληνικός Αθεϊσμός.

Το βιβλίο κυκλοφορεί εδώ και χρόνια από τις εκδόσεις «Αιγόκερως» σε μετάφραση Λυδίας Κουβάτσου και πρόλογο Γιάννη Σολδάτου.

Η αέναη αναμέτρηση ενός ανθρώπου που για πολλούς (όπως και για το δοκιμιογράφο- συγγραφέα – δημοσιογράφο μεγάλης αστικής εφημερίδας που για χρόνια κυκλοφορούσε το παρατσούκλι – που του κόλλησαν οι λόγιοι της εποχής : επιχρυσωμένος πούτσος, στο δεύτερο βιβλίο του – που ο ίδιος μετά την σαρωτική, όπως πιστεύει το σύνολο του κοινωνικού συστήματος, επιτυχία και αναγνώριση, δεν το συγκαταλέγει πλέον στην εργογραφία του) το γεγονός ότι ο Γάλλος διανοούμενος ( δεν φοβάμαι την λέξη) πέρασε μεγάλο μέρος τις σύντομης ζωής του στα τρελάδικα, υπομένοντας όλες τις ταπείνωσης που βιώνει ένας άνθρωπος σε τέτοιου είδους κολαστήρια, (ακόμα και σε σπασμοθεραπεία υπεβλήθη προκειμένου να ξεχάσει τις εμμονές του) εκτός από ένδειξη γνησιότητας και σταθερότητας ως προς τα πιστεύω του, ήταν και η ανύψωσή του προς την θεϊκή υπόσταση της τρέλας που την υπερασπίστηκε σε τέτοιο βαθμό εις γνώσιν της σχιζοφρένειάς του, έναντι σ’ αυτό που τα δίποδα ανθρωπάρια μη έχοντας άλλες προσόδους υπαρξισμού, σε μια εποχή που η προσωπική ταυτότητα του κάθε ανθρώπου όσο περνά ο καιρός ατονεί όλο και πιο πολύ, στηρίζει τις ελπίδες του σ’ αυτό που δεν υπάρχει, το θεούλη, ο Αντονέν Αρτώ σε μια καιρούς που τα χρηστά ήθη ήταν διαφοροποιημένα από την σημερινή κατάσταση και συνάμα τόσο τραγικά τα ίδια, βάλθηκε ν’ αναμετρηθεί με το υποτιθέμενο δημιουργό του, και είχε τα αρχίδια να συγκριθεί μαζί του.
Υμνητής του χρηστού στην αρχή, αρνητής του στην συνέχεια, δεν διστάζει να διακηρύξει «ότι ο χριστός είναι η μουνόψειρα του θεού» δικαιώνοντας τον μεγάλο φιλόσοφο – αρχηγό ενός κινήματος που ακόμα δεν μας έχει ανακαλύψει αμιγώς το μεγαλείο του- Κάρλ Μαρξ, ότι η θρησκεία δεν είναι το μόνο οπιούχο σ’ αυτό τον κόσμο, ο ίδιος ο Αντονέν είχε μια έξη στα νηπενθή…
«Έκανα την ανοησία να πω πως ασπάστηκα τον Ιησού Χριστό, ενώ ο Χρίστος είναι ό,τι περισσότερο απεχθάνομαι…» αποκαλύπτει προς το τέλος την ζωής του, μετά από την πριν δεκαετιών διαστροφική επιλογή (που ευτυχώς για τους ανθρώπους της Τέχνης, δεν πραγματοποίησε ποτέ ( ως προς το συμπέρασμα της στήριξης αυτού του συμπεράσματος θα βοηθούσε να έχεις υπ’ όψη το βιβλίό του «Ο Καλόγερος») για ν’ αναμετρήσει τα Πάθη του και τα Ψυχικά του αδιέξοδα που τις περισσότερες φορές δικαίωσε τους ομοιοπαθογενείς τύπους, ακόμα και τους κλοζάρ, προς το πώς και κυρίως το γιατί, των αμφισβητιών κάθε μορφής, των κοινωνικά αδύναμων, των ανθρώπων της κουλτούρας στηριγμένης σε ενδο –υπαρξιακή ψυχοσύνθεση,…, των θεατρικών συγγραφέων, ως ένας άνθρωπος που άλλαξε την ρότα του συγχρόνου θεάτρου, διαπρέποντας και στον κινηματογράφο αφού προτιμήθηκε από τον κορυφαίο σκηνοθέτη Κάρλ Ντράγιερ, για ρόλους κομπάρσου, υποθέτω, λόγω κάλλους, δίνοντας ρεσιτάλ στο φινάλε του «Περιπλανώμενου Ιουδαίου» στο γρο – πλάνο με το σταυρό σαν ένας αιρετικός εξορκιστής. Διακήρυξε δηλαδή αυτό που δύο κορυφαίοι τροβαδούροι για το πολύ κόσμο, Ποιητές έτσι όπως εννοούσε την έννοια ο Γιώργος Χειμωνάς στο τελευταίο εκδοθέν πεζογραφικό του έργο, ο Νικόλας Άσιμος γράφοντας στο βιβλίο του ότι «οι πρόζες του θεάτρου δημιουργήθηκαν από αλήτες» και οι κατεξοχήν μεγάλοι ηθοποιοί έπαιξαν και δημιούργησαν πάνω στα κείμενα αυτών και ο Τζιμ Μόρρισον γράφοντας ότι «Το σινεμά φτιάχτηκε από άντρες για να παρηγορεί άντρες» για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «Και ο Ιησούς Χριστός είναι κείνος ο γεννημένος από μια μάνα που θέλησε να με ανταλλάξει μαζί του, και τούτο πολύ πριν από το Χρόνο και τον Κόσμο» δηλαδή ένας άνθρώπος που βολοδερνόταν από τα ουμανιστικά του πιστεύω για χάρη του κοινού καλού. Στο πρόσωπο του χριστού θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε άνθρωπος που έχει πάθει νίλα.
Αναζήτησε την απόλυτη προσωπική του αλήθεια με θυσίες και μαρτυρολόγια είτε οδεύοντας προς την ευχή στην χώρα των Ταραχουμάρα, είτε με καταγραφές ονειράτων και την προσπάθεια αποδικοποίησης αυτών, το ονείρων που δημιουργούνται μετά από μια αυξημένη δόση οπίου ίσως ανακατεμένα με ψυχοφάρμακα, την ανάγκή του να δει τον κόσμο μέσα από μια κρυσταλλική ματιά παίρνοντας μεσκαλίνη, και την βαθιά του επιθυμία να διακηρύσσει ότι «όλα τα γραπτά είναι σκουπίδια» σκίζοντας σωρεία χειρογράφων, δίνοντας την εντύπωση ότι τα γραπτά οποιαδήποτε μορφής δεν μπορούν να είναι σφουγγάρια της ψυχής.
Στα σημερινά δεδομένα το βιβλίο αυτό έχει ιδιαίτερη συναισθηματική αξία, φωτίζοντας κυρίως στο νέο άνθρωπο άλλα ουσιαστικότερα πεδία προσανατολισμού έναντι στο θεό- μπαμπούλα που μας παρουσιάσανε στο σχολείο, χωρίς να μπορούν να εξηγήσουν ούτε οι θεολόγοι, ούτε οι γραφιάδες των θρησκευτικών, ούτε οι παπάδες και τα αγία τους, την εμμονή τους για κάτι που δεν είναι αποδείξιμο ότι υπάρχει αλλά και που σημαντικοί διανοητές ανά τους αιώνες εκφράζουν τις αντιρρήσεις τους, για το αν αυτά που πραγματεύεται η εκάστοτε θρησκεία είναι αποδεκτά από ένα στοιχειωδώς νοήμων άνθρωπο.
Το «Για να τελειώνουμε του Θεού» είναι ένα κληροδότημα λαϊκής εμβέλειας προς τους νέο- έλληνες που εξήντα και πλέον χρόνια μετά την σύλληψη του, την ποιητική του, και το κάπως αφαιρετικό στυλ γραφής του, δίνει το ερέθισμα αναψηλάφησης των δεδομένων που ο καθένας ορίζει μέσα του ως θεό και σαφέστατα δεν είναι αυτό που παρουσιάζουν οι εικόνες παρά την άψογη αισθητική τους (θεωρώ αψεγάδιαστο αισθητικό αποτέλεσμα ως προς την αγιογραφία – μόνο ως μορφή Τέχνης- τις δημιουργίες του Ρώσου Αντρέι Ρουμπιόφ) και το γεγονός ότι η μετάδοση του απαγορεύτηκε από τα ραδιόφωνα σηματοδοτεί την έναρξη της απαρχής του δικαιώματος του ανθρώπου στον αθεϊσμό…
Την ίδια αξία, χρόνια αργότερα διακηρύσσει και το θεατρικό της Σάρας Κέιν « 4,48 ψύχωση» μιας γυναίκας που αποφάσισε να δώσει η ίδια τέλος στην ζωή της σε ηλικία 28 χρονών, μια γυναίκα που είχε επηρεαστεί βαθιά όχι τόσο από την θεατρική παραγωγή του Αρτώ, όσο από τα θεατρικά του μανιφέστα δηλαδή «Το θέατρο και το είδωλο του» και το «Θέατρο της σκληρότητας». Και οι δύο αντιρρησίες στην συνείδηση τους και ασυμβίβαστοι στην ποιότητα παραγωγής τους.
Ο μεν Αρτώ αποκήρυξε με την στάση του, την ψυχολογική υπόσταση, η δεν Κέιν την βιολογική. Το δικαίωμα στον αθεϊσμό και το δικαίωμα στην αυτοκτονία που στ’ ανθρωπάρια δεν είναι αποδεκτό ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
Κλείνοντας αυτό το μικρό κείμενο θέλω να επισημάνω μια φράση- σχολιασμό του Μάνου Χατζιδάκι στο τρίτο πρόγραμμα της ελληνικής ραδιοφωνίας (κάτι που υπάρχει και στο βιβλίο του «Τα σχόλια του Τρίτου» ότι «Κουλτούρα είναι η ανύψωση προς το Θείο του Κάθ’ ενός»…

Η συναισθηματική αΓΩΓΟΥλα Μου

Στην μνήμη της Κατερίνας Γώγου με όλο το σεβασμό προ τρέφω προς την λέξη Ποιώ και Ήθος και στο μεγαλείο της Γραφής.

Ακόμα σου χρωστάω Κατερίνα…
Από τα μαθητικά μου χρόνια ακόμα. Τότε που το είχα πάρει πρέφα ότι τα όσα μας δίδασκαν είναι τόσο απίθανα ψεύτικα και η προσοχή μου έπεφτε στις συζητήσεις στο διάλειμμα καπνίζοντας στην ζούλα CAMEL, και που και που τότε έπεφτε και καμιά συζήτηση πολιτικοινωνικού ενδιαφέροντος για το τι εφάπτεται σε αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν περιθώριο : ποια είναι τα στεγανά (αν μπορεί να ειπωθεί αυτό;), ποίες οι ελευθέριες (στην ποιότητα της έκφρασης μιλάω) , και σε ποια δεσμά μπορείς να κλειστείς κάνοντας μια τέτοια επιλογή.
Λιώνοντας σόλες στο μοναδικό βιβλιοπωλείο της πόλης ( έκτος των τοίχων του Κλεινόν Άστεως) από κέντα βρήκα τα «Τρία Κλικ Αριστερά» και ένα πεδίο της μετέπειτα διανοητικής μου υπόστασης φωτίστηκε με τέτοιο τρόπο ώστε ο προβολέας (αν μπορεί να παίζει το ρόλο αυτό, μια ποιητική συλλογή) να μην κάνει ορατά αυτά που θέλει να πει, αλλά να γίνεται αρωγός στην διαδικασία αποδικοποίησης του ειρμού και των εναλλασσόμενων συναισθημάτων.
Σε ώρες καταθλιπτικές ( που δεν είναι και λίγες) το μυαλό μου αποκτά ποιητικότερες προσλαμβάνουσες. Η ήχοι ακούγονται διαφορετικοί, η επικλήσεις θανάτου γίνονται έντονοι και το μυαλό μου πηγαίνει σ’ αυτούς ( δεν θέλω να πιστεύω ότι είναι και οι τελευταίοι, απλά οι άλλοι δεν έχουν την δυνατότητα να δράσουν ακόμα), που ήταν τζογαδόροι στην ζωή, αυτοί που κέρδισαν ή (και είναι οι περισσότεροι) αυτή που έχασαν ακόμα και την ψυχικής τους ισορροπία διατηρώντας το αναλλοίωτο και αδιαπραγμάτευτο το δικαίωμα να πεθάνουν η εκάστοτε επιλογή τους. Ο λόγος απλός: Δεν έχω το σθένος, ούτε για δράση στην άκρως προσωπική μου ζωή, ούτε για απόφαση θανάτου.
Μπούσουλας είναι η γραφή της Κατερίνας. Αβάσταχτα ανηφορική. Ξεκινά κάπως παράδοξα. Αρχίζει από το να κοινωνεί και να δημοσιοποιεί στο κοινό της ( στους λάτρης της Ποίησης ήταν γνωστό ότι έγράφε ακόμα και πριν εκδοθεί δουλειά της) τα χουνέρια που τραβάνε ομάδες αδύναμες και στην τελική μη αποδεκτές για τον πολιτισμό τους, για αυτά που μάχεται κυρίως η Τροτκιστική Αριστερά και καταλήγει να μιλά για τις ένοχες ενός ανθρώπου – όχι γυναίκας – που πόθησε βαθιά το δικαίωμα του να μην νιώθει άλλο.
Περνώντας απ’ όλα τα ψυχολογικά στάδια της εξάρτησης από κάθε μορφής ουσία (με την ευρεία έννοια, και δεν θέλω να επικεντρωθώ) στο βαθιά ενοχικό ότι έτσι εξυπηρετείς τα υπόγεια κρατικά συμφέροντα σε τέτοιο βαθμό που νιώθεις ότι ζεις μολύνοντας. Πώς είναι δυνατό;
Φωνή αλλιώτικη, που μετά το χαμό της έγινε η ποιητικότερη φωνή του περιθωρίου, κρύβοντας τις ενοχές πολλών, πολλών εξ αυτών επιφανών στο εκάστοτε επάγγελμα, το οποίο εξασκούν, σήμερα..
Οι ποιητική της παραγωγή και η περιπετειώδης περιπλάνήση της σε χρόνο απροσδιόριστο (αυτό ισχύει για όλους τους ανθρώπους της κοσμοθεωρίας της) περικλείεται συνολικά σε 7 βιβλία. Αναζητήστε τα αξίζει το κόπο.
Γράφτηκε πως αυτοκτόνήσε με χάπια και αλκοόλ κάπου στο Μεταξουργείο. Ταπεινά ελπίζω ο θάνατος να της άφησε και μια γλυκιά γεύση ηρωίνης στον ουρανίσκο, για ύστατη φόρα και παντοτινά, στον ουρανίσκο, ίσως για να καλύψει με την παραμύθα της το υπαρξιακά απαίσιο που πίστεψε ότι της άνηκε.

ΝΙΚΟΣ ΛΕΚΚΑΣ

Στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ως λύση του λεγόμενου βιογραφικού σημειώματος.

Ξαμοληθείτε ανθρωπάρια του κερατά και μαζεύετε το κομ-ΜΟΥΝΙ το γιο σας που τσαμπουκαλευέτε με τους αριστεριστές, δήθεν υπερασπιζόμενος κοινωνικά παθογεννής ομάδες, και μπρεκουλιάζει με περιθωριακούς ιδεολόγους και καθοδηγητές πέριξ της κακόφημης συνοικίας των Εξαρχείων υποδυόμενος ρόλο που μόνο στο ποιητικοπεριθωριακό μη- κατεστημένο μπορούν να του χρεώσουν. Τελευταίως δε κατά την περίοδο της λεγόμενης τρομοκρατικής λαγνείας υπερασπίζεται αιμοσταγής δολοφόνους που σκοπό είχαν την στρατολόγηση και την διάδοση των αιματηρών τους διαθέσεων και προς την νέα γενιά προσπαθώντας είτε να δημιουργήσουν μια γιορτή δήθεν ουμανισμού είτε μια γιορτή όπως ο βιογραφούμενος θέλει να πιστεύει.
Το πάρων ήταν μια κλήση αστικού τηλεφώνου από την αντιτρομοκρατική προς την κηδεμόνα μου, που από τους μπάτσους κρίθηκε ότι μου χρειάζεται – αν και είχα περάσει προ πολλού το έτος ενηλικίωσης- μιας και εκείνη την εποχή νοσηλευόμουν στο μητροπολιτικό θεραπευτήριο ευρύτερα γνωστού και ως METROPOLITAN προς ίαση των βασικών μου ελαττωμάτων: καταθλιπτικός, χασικλής, εκτός εποχής, εγωκεντρικός, αμφιφυλόφιλος, αλκοολικός και πρεζάκι.