Ξημέρωμα Τέταρτης 8/1/2003

Φόρος τιμής στον Λαπαθιώτη

Το πορτρέτο του Ντόρυαν Γρέυ και ένα περίστροφο. Από το γραφείου του Μπουκέτου με όλους τους συνεργάτες για την Ποίηση και την αιωνιότητα στους νυχτερινούς Αθηναϊκούς δρόμους.
Το σπίτι στα Εξάρχεια να κλείνει ότι έχει μείνει από ένα μύθο που πότε δεν γερνάει. Κοντά με το πιθάρι του άλλου μεγάλου, του Νικόλα Άσιμου. Το έχει αυτή η περιοχή να μην εν- κρίνει τα αυτονόητα.
Και εσύ να μένεις εκεί στοιχειωμένος 59 χρόνια. Με τα βιβλία σου τα ζηλευτά, με τους εναλλασσόμενους περίεργους γείτονες σου, εκεί πίσω από το μουσείο. Γωνία Κουντουριώτου και Οικονόμου. Και να μην ανοίγεις τα παράθυρα για να μην βλέπουν οι ηδονοβλεψίες εσένα ένα δανδή με φτερά αγγέλου να παίζει πιάνο και να γράφει.
Και με τα χρόνια τα Ποιήματα σου να συναντά την Οίηση της ψυχής σου και μονάχα οι γάτες σου αυτές που είναι κολλημένες μαζί σου να το νιώθουν.
Τα λίγα έπιπλα να σε εκείνα που ξεκουράζεις το κουρασμένο από τα ψυχοτρόπα και από την Αιώνια Νύχτα κορμί σου, να παίρνουν όλους τους κραδασμούς, να περνούν και να χάνονται… Τα μπράτσα της κουνιστής σου καρέκλας ακόμα ζεστά.. η κιτρινισμένη από τα απανωτά άφιλτρα τσιγάρα ταπετσαρία και το αρχείο σου με τα γλοιώδη δημοσιεύματα, του Τότε Τύπου της Εποχής, μεταξύ διακυβεύματος και διαπόμπης. Βέλη που τα αντιμετώπισες με ανατρεπτικό χιούμορ και αξιοπρέπεια.
Και παίδες άωροι στο δικό σου εβένινο κρεβάτι. Αυτά, που μόνο τα ιδιώματα του σώματος μπορούν να καταλάβουν. Και τα φιλία και τα χάδια και ο Μέγας Πόνος που γεννά ο Έρωτας. Και εσύ να τους γράφεις τραγουδάκια και να τους Αγαπάς, και τους αγάπησες και τους πόνεσες και τους ύμνησες.
Το σπίτι από το Λοχαγό πατέρα σου γεμάτο όπλα. Και εσύ ιδεολόγος μα και Ποιητής τα παρέδωσες στο Ε.Α.Μ. κράτησες μόνο μια φορεσιά για την παλιά αίγλη και ένα περίστροφο γυναικείο.
Τα οικογενειακά κειμήλια σκορπισμένα στους ανέμους, σαν τα γραπτά σου σε κάθε λογής περιοδικό της εποχής. Και δεν έγραψες και λίγα: πεζοτράγουδα, μανιφέστα επαναστατικά και ερωτικά, Ποιήματα και ξεκίνησες από 9 χρόνω παίδι με το έμμετρο δράμα ΄΄Νέρων ο Τύραννος΄΄ που στο τύπωσε ο πατέρας σου, σαν δώρο.
Και όταν η Πόλις κοιμάται εσύ βγαίνεις για μοναχικούς περιπάτους στους έρημους δρόμους. Σε κακόφημες συνοικίες Μεταξουργείο, Βαρβάκειο εκεί που συχνάζουν οι κατεξοχήν νυχτόβιοι, σου αρέσει και εσένα μαζί με τους Εραστές Εκλεκτών Ήχων και απολαύσεων να πίνετε ναργιλέδες και να ακούτε Σμυρναϊκά τραγούδια. Σαν στίχους όπερας…
Δεν θέλω να ταράξω άλλο το αιώνιο ύπνο σου, έχεις καλή παρέα εξ άλλου εκεί που είσαι τώρα και δεν μπορώ να στολίσω εγώ το περιβάλλον σου. Έχεις κοντά σου το Θεό – Αυτόν που δεν ονόμασες όσο ζούσες- τα αγάλματα του Χαλεπά και ένα σωρό άλλα.
Το σπίτι σου το έχει πάρει το Υπ. Πολιτισμού και προσπαθεί να το αναστυλώσει. Σαν και σήμερα εκεί μέσα αυτοκτόνησες.
Αν είναι αλήθεια αυτό που λέγεται ότι οι ψυχές δεν χάνονται και έχεις όρεξη έλα από εδώ. Έχω να σε κεράσω κρασί που μυρίζει φρούτο και καλαματιανή φούντα. Θα διαβάσουμε και ποιήματα του Παπαρρηγόπουλου που ξέρω πόσο σου άρεσε. Ας μας βρει το πρωί. Δεν έχω ύπνο απόψε. Σαν συναξάρι σε τεκέδες με κρασάκι για την ουσία της ζωής και για την απόφαση αυτοχειρίας. Χαίρε. Του χρόνου θα σου ξαναγράψω.

Νίκος Λέκκας