Ο Γιάννης Χρυσούλης υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους έλληνες συγγραφείς του εικοστού αιώνα.
Παραμένει ανέκδοτος και άγνωστος στους πολλούς, αγαπητός και μακαριστός για την όποια τύχη του στους happy few. Δημοσιεύοντας σήμερα την μοναδική αυτοανθολογία του, πράγμα που αρνήθηκε με πείσμα σε όλη του τη ζωή (να με διαβάσετε ολόκληρο, ήταν η αγαπημένη του αποστροφή σε φίλους λογοτέχνες και περιοδικατζήδες), εκτελούμε ένα χρέος στη μνήμη του.
Ήταν λίγες εβδομάδες μετά τον θάνατο του αγαπημένου του Γιώργου Χειμωνά, όταν μας παραχώρησε τα κείμενα που δημοσιεύουμε σήμερα, και μόλις λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του. Ο Γιάννης Χρυσούλης όμως δεν ήταν μόνο αυτός. Πρέπει πράγματι να διαβαστεί ολόκληρος κι αφού το site του έχει καταργηθεί από το eexi.gr και παραμένει ακόμη ανέκδοτος, ας μας επιτρέψετε να τον βγάλουμε εμείς στον αέρα προσεχώς. Οι σημειώσεις ενός ανθρώπου, είναι το μείζον έργο της ελληνικής λογοτεχνίας τα τελευταία εκατό χρόνια, και απλώς θέλουμε να μοιραστούμε τον προσωπικό μας ενθουσιασμό μαζί σας.
Ποτέ τα σχόλια σας δεν θα έπιαναν καλλίτερο χώρο. Περιμένουμε την αντίδρασή σας.

Ο Γιάννης Σ. Χρυσούλης αυτοανθολογείται

(107) Φεβρουάριος 1985
(ΜΝΗΜΗ Γ.ΧΕΙΜΩΝΑ)

“Τί περίεργο που είναι”, μού είπε. “Φαίνεται σά νά έχουν δώσει σέ κάποιον νά μοιράζει κάθε πρωΐ τήν ίδια ποσότητα ηδονής που ξοδεύτηκε γιά όλο τόν κόσμο τήν προηγούμενη ημέρα καί νύχτα. Κάθε πρωΐ τήν ίδια ώρα κάποιος φαίνεται νά κάνει τή βόλτα του καί νά μοιράζει. Ώμως δέν είναι έτσι ακριβώς. Γιατί αυτή η μοιρασιά γίνεται κάθε στιγμή καί είναι σά νά παίρνεται από κάπου γιά νά δοθεί. Πού βρίσκεται αυτό τό τεράστιο απόθεμα καί πώς δέν έχει ακόμα εξαντληθεί; Φαίνεται πως ενώ ο άνθρωπος κατευθύνεται διαρκώς πρός τά ‘κεί καί τό νά τό φτάσει είναι ο μοναδικός του σκοπός, ένα σωρό εμπόδια τού κλείνουν τόν δρόμο που δέν στέκονται καθόλου στήν ίδια θέση, ούτε έχουν τήν ίδια δυσκολία γιά νά ξεπεραστούν κάθε φορά, ούτε έχουν τό ίδιο περιεχόμενο καί τήν ίδια ένταση κάθε στιγμή, έτσι που είναι απαραίτητη η απόκτηση μιάς εξαιρετικής ευελιξίαςMore... που όσο μεγαλύτερη γίνεται τόσο πιό εύκολα φτάνει στόν στόχο της καί τόσο πιό πολλές φορές μπορεί νά τόν πλησιάσει, καί από διαφορετική μεριά κάθε φορά, κι ακόμα, τό ότι αυτή έχει καταφέρει νά εξελιχθεί σέ τέτοια επίπεδα, επιτρέπει καί στήν διάρκεια τής παραμονής κάποιου σ’ αυτόν τόν ζηλευτό χώρο νά αυξάνεται ανάλογα καί νά τόν αφίνει έτσι νά τόν εξερευνά σέ μεγαλύτερο βάθος, ανακαλύπτοντας πράγματα που ούτε κάν μπορούσε, όντας λιγότερο επιδέξιος στό ξεπέρασμα τών εμποδίων, νά φανταστεί ότι θά ήταν δυνατόν νά υπάρχουν εκεί. Αρχίζει κανείς τότε νά υποψιάζεται ότι αυτός ο χώρος είναι απέραντος καί τό περιεχόμενό του καί σέ είδος καί σέ ποσότητα, ανεξάντλητο. Σιγά σιγά, καθώς ολοένα καί πιό επιδέξια, μέ μεγαλύτερη τόλμη, μέ μεγαλύτερη υπομονή καί επιμονή προχωρεί σ’ αυτά τά βάθη, φαίνεται σάν αυτός ο χώρος νά καλύπτει τά πάντα. Είναι τότε λοιπόν που αυτή η υποψία αλλάζει περιεχόμενο καί γίνεται κάτι φοβερά βασανιστικό, γιατί μέ κανένα τρόπο δέν μπορεί νά δικαιολογηθεί πώς, ενώ ξαφνικά στέκεται κανείς έκθαμβος μπροστά στό θέαμα τού γεμάτου από ηδονή κόσμου, ήταν δυνατόν παρ’ όλα αυτά νά έχει γιά τόσο μεγάλο διάστημα βρεθεί απ’ έξω του καί νά έχει χρειαστεί τόσος κόπος καί ο αγώνας μιάς ζωής γιά νά μπορέσει νά σκαρφαλώσει σ’ αυτό τό μικρό ύψωμα απ’ όπου, όχι εκείνα που καταφέρνει νά δεί, αλλά εκείνα που φαντάζουν μέσα στήν γαλάζια ομίχλη τού βάθους γεμίζουν τήν καρδιά του απελπισία γιατί καταλαβαίνει πως όλες οι ζωές όλων τών ανθρώπων μαζύ που έχουν περάσει μέχρι τώρα κι άν τού δίνονταν κι άν ακόμα μπορούσε νά τίς ζήσει μέ τή σειρά τή μιά πίσω απ’ τήν άλλη, δέν θά έφταναν παρά γιά νά τόν ανεβάσουν σέ μιάν άλλη κορφή απ’ όπου τό θέαμα αυτών που ακόμα δέν έχει αγγίξει θά φαίνονταν τό ίδιο απέραντο κι η ίδια ακριβώς απελπισία θά τού τρυπούσε τήν καρδιά που δέ θάχε χορτάσει καθόλου, που δέ φαίνεται νά χορταίνει ποτέ, παρ’ όλο που αυτός έχει δοκιμάσει κάθε είδους τροφή, κάθε είδους δηλητήριο, μέ τήν ελπίδα ότι θά κατάφερνε νά αυξήσει τήν ταχύτητά του, θά μπορούσε νά ξεπεράσει τίς διαστάσεις του, νά απαλλαγεί απ’ τό βάρος του καί νά πετάξει μέσα απ’ τό παράθυρο τής ζωής του πρός τά κεί, μέσα απ’ αυτό τό παράθυρο που φαίνεται νά ανοίγει μόνο μιά φορά γιά τόν καθένα καί που άνοιξε τή μιά καί μοναδική του φορά γι’ αυτόν ξαφνικά κι αναπάντεχα μέ τό δικό του σώμα κουρνιασμένο στό περβάζι του, χωρίς ένα μήνυμα, χωρίς μιά εξήγηση πάνω στό πλαίσιό του, που εκείνος έχει ψάξει χαλώντας τά μάτια του μέχρι τό τελευταίο του εκατοστό, έχει μυρίσει, έχει χαϊδέψει, έχει ξεσκίσει τή γλώσσα του γλύφοντάς το, έχει βυθίσει τ’ αυτιά του ξανά μέσ’ τό κρανίο τους πιέζοντάς τα πάνω του γιά ν’ ακούσουν, έχει ποτίσει μέ τό σπέρμα του πάλι καί πάλι μήπως φυτρώσει κάποιος κρυμμένος σπόρος καί τώρα στέκεται ακίνητος μέσα του χωρίς πιά νά προσπαθεί γιατί έχει επιτέλους καταλάβει πως η εξήγηση είναι αυτός ο ίδιος, πως τό μήνυμα είναι γραμμένο πάνω στό κορμί του, μέσα στίς σάρκες του, γιατί δέν υπάρχει τίποτ’ άλλο, δέν περισσεύει τίποτ’ άλλο καί τώρα πρέπει ν’ αρχίσει νά ψάχνεται ο ίδιος, πρέπει ν’ αρχίσει νά σκάβεται μόνος του, νά κοπεί σέ κομμάτια καί νά τά βάλει νά κοιτάζουν τό ένα τό άλλο, νά τά βάλει νά φαγωθούν ανάμεσά τους, νά χωνέψει τό ένα τό άλλο, μήπως τό τελευταίο, μήπως στό τελευταίο τήν τελευταία στιγμή δοθεί η χάρις. Μήπως αφαιρεθεί επιτέλους η χάρις. Γιατί ποιός τού τό είπε ότι τήν ήθελα αυτή τή χάρη; Ποιός τού τό είπε ότι έχοντας κάνει τήν πρώτη κίνηση μπορούσε τ’ άλλα νά τ’ αφίσει στήν τύχη; Ποιός τό είπε ότι δέν ευθύνεται γιά τό ότι έγινα έτσι ώστε αυτή η χάρις νά μή μού είναι πιά παρά βάρος; Τεντώνομαι κι ακούω τά κόκκαλά μου νά τρίζουν στήν καρέκλα τού καφενείου… Τρελλέ! Τρελλέ Θεέ. Πώς είναι δυνατόν νά πιστεύεις στόν άνθρωπο; Πώς είναι δυνατόν νά έχεις εμπιστευτεί τή σωτηρία σου στόν πυρετό σου; Στήν αρρώστια σου που κάνει τά κόκκαλά σου νά τρίζουν σάν τήν καρέκλα τού καφενείου που πάνω της κάθεσαι; Παίζοντας τάβλι. Χτυπώντας τά ζάρια. Άντρας. Γυναίκα. Παιδί. Εξάρες! : Ερμαφρόδιτος. Γύναντρος! Δεκαήμερον. Οι εφτά παχουλές Λεσβίες τής Δημιουργίας. Τά εβένινα μαλλιά τού Λεωνίδα τής Σπάρτης… Μέ τί δικαίωμα μού καθόρισες τό πόσο θά ζήσω; Τό πόσο περισσότερο μπορώ νά ζήσω; Τό σέ τί σώμα θά στηριχτώ; Τί υπάρχει στό δικό σου περιβάλλον, πού σέ μεγάλωσαν, ποιός σού επέτρεψε νά παίζεις τέτοια παιχνίδια όπου η προδοσία λέει τήν τελευταία λέξη, η προδοσία που παραμονεύει μέσα μου καί που τό ίδιο μου τό σώμα θά στρέψει εναντίον τού σώματός μου τήν κατάλληλη στιγμή, ωστε νά μήν μπορεί νά τού ξεφύγει; Καί νά μέ προειδοποιείς έτσι χαιρέκακα γι’ αυτό μέ τά ακίνητα προδομένα σώματα τών άλλων, ώστε η επίγνωσή μου νά είναι πλήρης, ώστε η απελπισία μου νά είναι πληρεστέρα, ώστε η αίσθηση τού αναπόφευκτου νά μέ γονατίζει τίς καλλίτερες στιγμές, όταν έχω καταφέρει νά σηκώσω λίγο τό κεφάλι, όταν μόλις έχω αρχίσει νά χαμογελώ. Καί τό χειρότερο απ’ όλα, τό πιό καλό σου κόλπο, τό πιό έξυπνό σου ατού, νά μήν έχεις φυτέψει μέσα μου τήν υποταγή αλλά τήν εξέγερση, ώστε κάποτε νά είναι σίγουρο πως δέν θά αποφύγω νά στραφώ εναντίον σου. Αυτό λοιπόν θέλεις! Αυτό λοιπόν επιθυμείς! Γι’ αυτό πειραματίζεσαι έτσι συνέχεια πάνω μας; Γι’ αυτό μάς σκοτώνεις; Γι’ αυτό μάς τρώς σάν τόν Κρόνο; Γι’ αυτό μάς διαλύεις, τόν καθένα καί μ’ έναν άλλον τρόπο, μέχρι που νά φτιαχτεί αυτός που θά σέ καταλάβει, που δέν θά σέ φοβάται, που δέν θά προσπαθεί νά σέ αποφύγει, νά σού κρυφτεί καί θά κάτσει στήν άλλη καρέκλα απέναντί σου, επιτέλους, σάν ίσος; Τί θά παίξεις τότε μαζύ του; Από τί θά τόν κρατάς; Βλέπω τό μεγαλείο τής αδιαφορίας γιά τήν ασήμαντη ύπαρξή σου στά μάτια του. Βλέπω τίς κόρες τους νά αναστρέφονται. Βλέπω τή μικρή πανικόβλητη κίνησή σου καθώς αυτός έχει κιόλας ήδη αρχίσει νά αποσύρεται.

(119) 16-4-1985

Είχε δίκιο! Είχε δίκιο! Παίρνω πίσω ό,τι έχω πεί γι’ αυτήν, ό,τι έχω σκεφτεί γι’ αυτήν. Είναι ψέμματα! Είναι επίτηδες! Από κακία. Από ζήλεια. Ώ, πόσο τή ζήλευα γιατί αυτή είχε μουνί! Μ’ έπιανε λύσσα, ξεσκιζόμουνα, δάγκωνα τά χέρια μου, γιατί ό,τι καί νά γινότανε, ό,τι καί νάκανα, δέν θά μπορούσα ποτέ νά νοιώσω όπως αυτή. Δέν θά μπορούσα ποτέ νά πώ ψέμματα. Ά! Αυτό θά μέ φάει! Θά μέ σκοτώσει! Θά πάω νά σκοτωθώ! Τί τή θέλω τέτοια ζωή; Τί μέ νοιάζει εμένα τί κάνουνε οι άλλοι; Εγώ νά μήν ήμουνα μισός! Νά μέ τρώει η ζήλεια χωρίς νά μπορώ νά κάνω τίποτα! Τίποτα! Πούν’ τό φαρμάκι! Πούν’ τό φαρμάκι νά ξεμπερδεύω μιά ώρα αρχύτερα! Καί νά τό ξέρει! Νά τόχει καταλάβει! Νά μού τό χτυπάει σάν τό τακουνάκι της στό πάτωμα: “Μέ ζηλεύεις, μέ ζηλεύεις, λυσσάς απ’ τό κακό σου, γιατί εγώ έχω μουνί! Αυτό σέ τρώει, γι’ αυτό δέν μπορείς νά κοιμηθείς, γι’ αυτό δέν σού σηκώνεται πιά! Πάρ’ το απόφαση, δέν μπορείς νά κάνεις τίποτα, τίποτα! Άν συνεχίσεις έτσι θά ξωφλήσεις, θάσαι γιά πέταμα! Ούτε καί γι’ αυτό που είσαι δέν θά κάνεις! Πάρ’ το απόφαση, πάρ’ το απόφαση Μάγκα μου! Μουνί δέν είσαι! Μουνί δέν βγάζεις! Όπως γεννήθηκες θά πεθάνεις. Μέ τό βαρελώτο σου! Τί τήν κοιτάς τήν Πρωταπριλιά μου καί γλύφεσαι!”.
Ά! Μά τόν Άδη που θά μέ καταπιεί σέ λίγο, μά τόν Θείο Ερμαφρόδιτο που μέ κοιτάει από ψηλά καί γελάει, δέν κάνω πίσω! Δέν θά πεθάνω έτσι εγώ! Χωρίς νά μάθω! Χωρίς νά μπορέσω μιά φορά νά πώ ψέμματα! Κι εσείς τί πάθατε; Γιατί διαμαρτύρεσθε; Θέτω τό θέμα επί Τάπητος! Θέλω νά γίνω Μουνί! Θέλω νά γίνω Μουνί, έστω καί γιά μιά μέρα! Έστω καί γιά μιά ώρα! Μού φτάνει! Γιατί δηλαδή, εσείς δέν θέλετε; Είστε σίγουροι; Τόχετε ψάξει τό Θέμα; Έχετε τεθεί ποτέ επί… Τάπητος; Δέν αισθαπωθητικό; Πέστεσάς λείπει; Ότι από κάπου… χάνετε; Δέν αισθάνεσθε αδικημένοι; Δέν αισθάνεσθε τήν απουσία τού… βάθους; Εμένα μέ τρώει, μέ ξεσκίζει η ηδονή που δέν μπορώ νά νοιώσω! Μού σκίζει τήν καρδιά! Σύνφυλοι, δέν ξέρετε τί χάνουμε! Δέν ξέρετε τί χάνουμε σάς λέω! Έκανα λάθος! Όχι γιά μιά ώρα! Όχι γιά μιά μέρα! Θέλω νά βγάλω Μουνί καί νά τό κρατήσω! Γιά πάντα! Θέλω νά έχω περίοδο! Ακούστε με! Ακούστε με! Τό έχω ψάξει τό Θέμα! Τό έχω μελετήσει! Καί επιμένω, Σύνφυλοι, δέν ξέρετε τί χάνουμε! Δέν μπορείτε νά φανταστείτε τί χάνουμε σάς λέω! Μισή ζωή! Μισή ζωή ζούμε! Καλά μού τόχε πεί εμένα πρίν από τόσα χρόνια εκείνη η Γριά Μάγισσα: “Θές νά τά μάθεις όλα Κοκοράκι μου! Θές νά τάχεις όλα, έ; Δώσ’ μου τό χέρι σου! Γιά νά δώ! Έ, τί παλάμη είναι αυτή! Βλέπω Δόξες, βλέπω Τιμές, αλλά Μουνί δέν βλέπω!”. Άτιμη Γριά Σκύλα! Τόσα χρόνια έκανα νά καταλάβω τι εννοούσε! Μού είχε γίνει έμμονη ιδέα. Έτρεχα πίσω απ’ τά φουστάνια μόνο καί μόνο γιά νά φωνάξω μετά: “Έ, Γριά Μάγισσα, τί έχεις νά πείς τώρα; Δέν βλέπεις Μουνί έ; Κι αυτό τί είναι! Κι αυτό! Κι αυτό!”. Όμως κάτι μ’ έτρωγε. Κάτι μού τάτρωγε εκείνα τά πηδήματα. Κάτι δέ μ’ άφινε νά τά φχαριστηθώ. Κάθε φορά έλεγα: “Αυτό είν’ όλο; Γι’ αυτό σκοτώνομαι;”. Κι όταν η Άλλη γυρνούσε μέ πρόσωπο που έλαμπε, μέ μάτια που άστραφταν, γιά ένα τελευταίο φιλί πρίν φύγει, χίλιοι Σατανάδες μέ τριγύριζαν. Κάτι συνέβαινε! Κάτι συνέβαινε εκεί! Κάτι μού ξέφευγε. Κάτι δέν έπιανα. Πώς ήταν έτσι χαρούμενη Αυτή; Έτσι γεμάτη; Σά νά μή τής έλειπε τίποτα! Σά νά τής τάχα δώσει όλα! Σά νά μήν ήθελε τίποτ’ άλλο απ’ αυτόν τόν κόσμο! Γιατί εγώ ήμουνα έτσι; Γιατί τή ζήλευα; Ναί τή ζήλευα! Ενώ έπρεπε νά νοιώθω περήφανος γιατί είχα καταφέρει νά τήν πηδήξω. Έτσι δέν έπρεπε; Έτσι δέν ένοιωθαν όλοι; Έτσι δέν περηφανεύονταν γιά τά πηδήματά τους; Γιατί όχι κι εγώ; “Δέν είσαι καλά! Δέν είσαι καλά!”, έλεγα στόν εαυτό μου. “Κάτι έχεις πάθει! Θά σέ πάω στό γιατρό. Νά τήν ζηλεύεις επειδή τήν πήδηξες! Γιατί νά μή σέ ζηλεύει κι αυτή;”. “Αυτή μέ πήδηξε, ηλίθιε!”, έλεγα καί τρέμαν τά γόνατά μου. “Αυτή μέ πήδηξε καί τώρα φεύγει, φεύγει καί τά παίρνει όλα μαζύ της! Κοίτα πως κουνιέται! Κοίτα πως κελαϊδάει τό κορμί της! Καί θά πάει νά τά μαζέψει κι από άλλους. Απ’ όσους θέλει. Καί τό κορμί της θά κελαϊδάει συνέχεια. Θά τή βλέπεις καί θά λειώνεις. Μιά ρουφήχτρα είναι. Όλα τά ρουφάει καί τά χωνεύει. Κι ομορφαίνει συνέχεια! Τί έχεις εσύ; Τί σούμεινε εσένα; Θά πεθάνω, θά πεθάνω καί δέν μπορείς νά μέ σώσεις! Δέν μπορείς νά κάνεις τίποτα! Αυτός που μ’ έφτιαξε είναι άρρωστος! Αυτόν νά πάς στόν γιατρό άν μπορείς! Που κάθεται εκεί πάνω καί γελάει καί τάχει κάνει πλακάκια μαζύ τους”. Έδινα μιά στήν πόρτα κι όρμαγα στό δρόμο. Έπρεπε νά τίς δώ. Νά τίς γνωρίσω. Νά τίς μάθω. Τί ήξεραν αυτές που δέν ήξερα εγώ; Ποιά γνώση αναδεύονταν σάν φλόγα, πίσω απ’ αυτά τά φοβερά καπούλια τους; “Ένας άλλος Κόσμος! Ένας άλλος Κόσμος!”, μουρμούριζα κι ανατρίχιαζα. “Ποτέ δέν θά τόν καταλάβουμε! Τουλάχιστον όχι έτσι. Όχι έτσι όπως τίς κοιτάμε, απ’ έξω”. Πρέπει νά μπώ μέσα τους! Μέσα σ’ αυτή τή σάρκα που κυματίζει σάν μαντήλι στό Λιμάνι. Ποιό Πλοίο χαιρετάνε συνέχεια; Ποιός τούς τόχει πεί τό Μυστικό, τί ξέραν αυτές, ποιόν έφερνε τό Πλοίο καί σειώντουσαν έτσι χαρούμενα χαιρετώντας τον; Μ’ έπιανε τρέλλα καθώς σκεφτόμουνα τήν τρυφερή σάρκα νά φιλιέται, εκεί στά μπούτια, μόνη της: “Γειά σου! Γειά σου!”, καθώς τά πόδια τους ανοιγόκλειναν βαδίζοντας, σά νά συναντιώντουσαν κάθε φορά κι απ’ τήν αρχή, σά νά ξανάβρισκε τό καθένα τήν αγάπη του, τόν Έρωτά του, πάλι καί πάλι, χιλιάδες φορές, χιλιάδες φιλιά• κι αυτή η φωνή, μουλιασμένη, υγρή, ιδρωμένη: “Γειά σου! Γειά σου!”. Ά, θά τρελλαθώ! Θά μού στρίψει άν δέν μάθω τί λένε. Τί ψιθυρίζουν. Ποιόν χαιρετάνε αυτά τά χείλια, αυτά τά ζευγάρια, αυτά τά, χείλια μέ χείλια, χείλια! Πώς νά μπώ, πώς νά βρεθώ μέσα τους, πώς νά μή μέ πάρουν χαμπάρι, πώς νά ξεγελαστούν καί νά μού τό μαρτυρήσουν; Γιατί έτσι όπως τόχω προσπαθήσει μέχρι τώρα δέ γίνεται τίποτα. Δέν σού μένει τίποτα. Τά κρατάν όλα μέσα τους. Δέν γίνεται τίποτα έτσι! Σάν τόν κλέφτη μπαίνεις. Δοκιμάζεις τήν Πόρτα: ανοίγει! Άς μπούμε! Χώνεις το κεφάλι σου μέσα, περνάς τό σώμα σου, στήνεις τ’ αυτί σου: κανείς! Αρχίζεις νά ψάχνεις, γρήγορα, πιό γρήγορα, πρίν μάς βρούν, ψάξε τό σπίτι, πιό βαθειά, πιό βαθειά, “μή μέ διώχνεις! Άσε με νά μπώ ολόκληρος! Δέν τό θέλω αυτό που μού περισσεύει! Αυτό τό πελώριο Ζωντανό πίσω μου! Πές του νά φύγει! Νά μάς αφίσει! Νά μ’ αφίσει νά κουρνιάσω εδώ, μέσα στή ζέστη σου. Κλείσε τά χείλια σου καί κράτα με!”. Ά, προδότη! Προδότη! Κάθε φορά, κάθε φορά τά ίδια! Νά σού αρμέγει έτσι τή ζωή από μέσα σου! Νά θέλεις νά τής παραδοθείς! Νά σέ λειώνει έτσι η γλύκα τών χειλιών της! Νά πεθαίνεις έτσι απ’ αυτό τό φιλί! Ά, δέν γίνεται τίποτα έτσι! Δέν γίνεται τίποτα έτσι! Εκείνα δέν τό προδίνουν. Δέν τό προδίνουν. Δέν τό λένε τό μυστικό τους. Δέν τούς τό παίρνεις. Όσες φορές κι άν τά χωρίσεις. Όσες φορές κι άν περάσεις ανάμεσά τους. Περνάς καί φεύγεις! Ένας διαβάτης! Ένας περαστικός! Ένας κατά τύχην! Ένας εκ συμπτώσεως! Σ’ έχουν ξεχάσει μόλις σμίξουν ξανά. Αυτά είναι στό σπίτι τους! Είναι στήν Πόρτα τους! Περιμένουν τούς καλεσμένους τους! Ά, Φλωμπέρ, που ήξερες τή Μαντάμ Μποβαρύ! Που ήσουνα η Μαντάμ Μποβαρύ! Δέ μάς τό λές καί μάς νά τό μάθουμε πώς τήν έμαθες; Κι εσύ τρυφερέ, πονεμένε Νίτσε, πώς σού ξέφυγε αυτό τό: “Κανείς δέν ξέρει τίς γυναίκες καλλίτερα από μένα!”; Τί αφέλεια! Τί ασυγχώρητη Αφέλεια! Ποτέ, ποτέ δέ θά γεφυρωθεί αυτό τό κενό! Ποτέ δέν θά μπορέσω νά νοιώσω τό ίδιο μ’ αυτές. Μιά ζωή χωριστά θά τήν περάσουμε. Εκείνες εκεί. Εγώ από δώ. Σύνφυλοι, νοιώθω ένα μεγάλο χρέος. Μιά μεγάλη υποχρέωση. Όσο κι άν μέ τρώει η απελπισία γιατί δέν θά μπορέσω νά ζήσω τή ζωή τους από παιδί. Όσο κι άν έχει χαθεί οριστικά η ευκαιρία νά περάσω τά παιδικά μου χρόνια, νά μεγαλώσω όπως εκείνες, νοιώθοντας νά μέ γεμίζει η θυλικότητά μου σιγά σιγά, νά μέ παίρνει στόν δικό της κόσμο, νά μού μαθαίνει τά μυστικά της. Όσο κι άν μέ τρώει η ζήλεια, όσο κι άν τίς ζηλεύω, πρέπει νά τό φωνάξω, πρέπει νά τό πώ: ο Κόσμος είναι δικός τους! Είναι αυτές που έχουν ένα Κόσμο! Εμείς δέν έχουμε τίποτα! Κανένας κόσμος δέν υπάρχει γιά μάς! Εμείς είμαστε Αλήτες. Αδέσποτοι! Προσπαθούμε νά μπούμε μέσα τους, μέσα στόν κόσμο τουςκι εκείνος γιά τει καταφέρει; Ακούστε! Όλη η Αλήθεια είναι γραμμένη πάνω στό σώμα μας! Πάνω σ’ αυτά που κάνει τό σώμα μας. Πάνω σ’ αυτά που θέλει τό σώμα μας από μόνο του, όταν δέν τό πιέζουμε, όταν δέν επεμβαίνουμε στίς επιθυμίες του μέ τό μυαλό μας. Τό μυαλό μας είναι χαλασμένο• είναι άρρωστο! Πρέπει νά μάθουμε νά σκεφτόμαστε μέ τό σώμα μας! Αυτό είναι που ξέρουν αυτές από παιδιά! Αυτό είναι τό Μεγάλο τους Μυστικό! Σκέφτονται μέ τό σώμα τους. Σύνφυλοι, δέν έχουμε κορμί! Δέν έχουμε Σώμα! Ακούστε με! Δέν είμαι τρελλός! Είναι η ζήλεια μου, η τρελλή μου ζήλεια. Ακούστε με. Η ζήλεια είναι η φωνή τής Καρδιάς. Μιά, από τίς φωνές της! Λέει πάντα τήν αλήθεια. Είναι η αλήθεια! Αλλά πρέπει νά τήν ακούσει κανείς, πρέπει νά σταθεί καί νά τήν ακούσει! Εγώ τήν άκουσα! Τήν άκουσα καί ξέρω! Δέν έχουμε κορμί! Δέν έχουμε κορμί σάς λέω. Δέν έχουμε σώμα! Εκείνες, εκείνες έχουνε κορμιά. Είμαστε χαμένοι, είμαστε αδέσποτοι από τήν ώρα που βγήκαμε από μέσα τους, από τήν ώρα που τό κορμί τους μάς γέννησε. Σ’ όλη μας τή ζωή προσπαθούμε νά ξαναμπούμε μέσα τους. Ά, όλες αυτές οι προσπάθειες, όλες αυτές οι απόπειρες! Ποιός τό θέλει, ποιός τό θέλει τό υπόλοιπο κορμί του όταν είναι μέσα τους; Ποιός τό θέλει απ’ έξω; Ποιός δέν θέλει νά μπεί όλος μέσα, νά χωθεί εκεί χωρίς νά τού περισσεύει τίποτα καί νά κουρνιάσει γιά πάντα; Ποιός δέν θέλει νά επιστρέψει σ’ αυτήν τήν αγαπημένη φωλιά; Μόνο εκεί δέν υπάρχει Φόβος. Μόνο εκεί δέν υπάρχει Κρύο. Μόνο εκεί δέν χρειάζεται Μυαλό! Γιατί είναι αυτό που μάς έχει καταστρέψει, είναι αυτό που μάς έχει κάνει τόσο κακό, είναι αυτό που αναπτύχθηκε σέ βάρος τού υπόλοιπου κορμιού μας! Είναι τό Μυαλό μας που δέν μάς αφίνει νά γνωρίσουμε τό Σώμα μας, νά τό πλησιάσουμε, νά τού συστηθούμε, νά τού μιλήσουμε, νά τό ερωτευθούμε. Ά, πόσο κακό, πόσο κακό μάς έχει κάνει τό μυαλό μας Σύνφυλοι! Πώς μάς έχει χωρίσει έτσι απ’ αυτό που αγαπάμε! Κοιτάξτε τες! Κοιτάξτε τες τί ωραία δεμένες που είναι μέ τά κορμιά τους! Πώς μιλάνε μαζύ τους! Εμείς, εμείς φταίμε! Εμείς τίς μάθαμε τι θά πεί Βιασμός! Εμείς τίς κάναμε νά λένε Ψέμματα! Αυτές… έχουν πάντα ανοιχτή τήν αγκαλιά τους γιά τόν καθένα. Έχουν πάντα ανοιχτή τήν αγκαλιά τους γιά όλους. Είναι ο καθένας μας γι’ αυτές ένα παιδί που επιστρέφει στή φωλιά του. Τό αίσθημα τής ιδιοκτησίας είναι η δικιά μας η Καταδίκη! Είναι η Ηλιθιότητα τής Δύναμης! Είναι ο φόβος μας μπροστά στήν Αλήτικη φύση μας, μπροστά στήν Επίγνωση τού ότι είμαστε Αδέσποτοι. Είναι η απελπισία μας γιατί χωριστήκαμε από τή Μάνα μας, γιατί θέλουμε μιά “Μάνα” δίπλα μας νά προσπαθούμε διαρκώς νά ξαναμπούμε μέσα της, νά τήν εκδικιώμαστε γιατί βρεθήκαμε έτσι μόνοι, έτσι σά σκυλιά, έτσι περαστικοί, έτσι αναγκασμένοι νά χτυπάμε τίς Πόρτες γιά νά μάς ανοίξουν ξανά. Είναι η τρελλή μας ζήλεια γιατί δέν μπορούμε νά τούς μοιάσουμε, γιατί αυτές έχουν τό “Μέσα” μέσα τους, δέν έχουν βγεί ποτέ από κεί, τό πήραν μαζύ τους όταν βγήκαν απ’ τίς μανάδες τους! Η τρελλή μας ζήλεια γιατί εκείνες συγγενεύουν μ’ όλον τόν Κόσμο, γιατί όλος ο Κόσμος περνάει από μέσα τους, είναι μέσα τους, χωράει μέσα τους, ενώ εμείς είμαστε απ’ έξω, εμείς δέν έχουμε πάρει ποτέ τίποτα μαζύ μας, εμείς τ’ αφίσαμε όλα εκεί, θέλουμε διαρκώς νά επιστρέψουμε, διαρκώς νά ξαναμπούμε… Φτάνει! Φτάνει! Δέν μπορώ άλλο! Όσο τό σκέφτομαι, τόσο τίς ζηλεύω. Τόσο τίς θέλω! Τόσο θέλω νά μέ μάθουν καί μένα νά μιλάω μέ τό σώμα μου. Τόσο θέλω νά τούς μοιάσω. Κάτω! Κάτω ο Βιασμός! Κάτω τό Ψέμμα! Ζήτω η Σύνθεση τών Φύλων!!!…

Δέν ήταν ανάγκη νά μέ κλείσετε μέσα. Δέν ήταν ανάγκη νά μέ βάλετε πίσω από κάγκελα. Λέω τήν αλήθεια Ηλίθιοι! Ακούστε τή ζήλεια σας! Ακούστε τή φωνή τής καρδιάς σας! Λέει τήν αλήθεια. Λέει πάντα τήν αλήθεια. Άν δέν ενωθούν τά φύλα αυτός ο Κόσμος θά καταστραφεί. Είναι η μόνη μας ελπίδα. Μήν παρασύρεσθε από τήν υπόλοιπη Φύση. Τά άλλα ζώα δέν έχουν ανάγκη. Είναι γιά τόν Άνθρωπο! Είναι μόνο γιά τόν Άνθρωπο που ισχύει αυτό! Τί σχέση έχει ο Άνθρωπος μέ τήν υπόλοιπη Φύση; Ποιός σάς τόπε! Ποιός σάς τόπε πως ανήκουμε στή Φύση; Πως οι Νόμοι τής Φύσης είναι καί νόμοι δικοί μας, που μάς εξουσιάζουν, που δέν μπορούμε νά τούς αποφύγουμε; Είναι λάθος! Είναι λάθος! Είναι μιά Καταδίκη χωρίς νόημα. Η Φύση έρχεται όπου πάμε εμείς! Εμείς τής δείχνουμε τόν δρόμο! Αυτή μάς ακολουθεί! Δέν τό πιστεύετε; Δέν τό πιστεύετε έ; Νομίζετε πως είμαι τρελλός. Πως τρελλάθηκα απ’ τή ζήλεια μου. Έ, λοιπόν ναί! Έχετε δίκιο! Είμαι τρελλός! Έχω τρελλαθεί απ’ τή ζήλεια μου. Είμαι μεγαλομανής! Θέλω όλο τόν Κόσμο! Βαρέθηκα νά τρώω ξεροκόμματα. Θέλω όλο τόν Κόσμο καί θά τόν κατακτήσω! Θά τόν κάνω δικό μου! Μόνο που έχω μιά διαφορά. Μιά μικρή διαφορά από Σάς, αγαπητοί μου Σύνφυλοι. Όταν εγώ λέω: “Όλο τόν Κόσμο”, εννοώ εμένα, μόνο εμένα! Όταν λέω “Εμένα”, εννοώ Όλο τόν Κόσμο! Εσείς τί εννοείτε αλήθεια όταν λέτε “Εγώ”; Τό Παλιόξυλο; Τή Σάπια Βοϊδόπουτσα; Τά αρχίδια σας; Τήν κατά τακτά, ή έστω καί άτακτα διαστήματα, εξ αντανακλάσεως, εις τό κέντρον, τυφλή προέκτασή τους; Σύνφυλοι, συμβαίνουν περίεργα πράγματα σ’ αυτόν τόν κόσμο! Πώς συμβαίνει κοιτάζοντάς σας νά σάς βλέπω καρφωμένους μέ τή μούρη σ’ έναν τοίχο, που, μπράβο σας, τόν έχετε τρυπήσει πέρα πέρα μ’ αυτή τήν Κεντρική… Προέκτασή σας, εν πλήρει μεγαλειώδη Στύση, ενώ από τήν άλλη μεριά τό ίδιο σας τό κορμί κρέμεται σά Σφαχτάρι απ’ αυτό τό Τσιγγέλι που περισσεύει; Λέτε νά φταίει που σάς βλέπω πίσω απ’ τά κάγκελα; Πιθανόν! Πολύ πιθανόν!

28-11-1997

Μάς βασάνιζαν.

Τίποτα, τίποτα δέν μπορούμε ν’ αγγίξουμε χωρίς νά τό βασανίσουμε.

“Ελάτε από ‘δώ αρχόντισσά μου. Εδώ που έχουμε πιό πολλή ησυχία. Έχετε μεγάλο πόνο στήν καρδιά. Γιά πέστε μου δικά σας είναι αυτά τά παλληκάρια; Πάψτε νά κλαίτε τόσο πολύ”.
“Δικά μου, δικά μου καλέ μου πατέρα. Γιοί μου. Παιδιά απ’ τήν σάρκα μου”.
“Κι ο μεγάλος;, τούς βλέπω τόσον καιρό τώρα, τί κάνει ο μεγάλος, γράφει; Ο μικρός κάθεται πιό πίσω καί τόν προσέχει”.
“Γράφει, γράφει, άγιε πατέρα μου, είναι συγγραφέας. Γι’ αυτόν στερέψανε τά μάτια μου, τριάντα χρόνια κλαίω. Κι όταν τά μάτια μου είναι στεγνά κλαίω από μέσα μου”.
“Μά ελάτε καλή μου. Μήν κλαίτε πιά τόσο πολύ νά σάς μιλήσω. Τί έχει γιά πέστε μου, είναι άρρωστος;, δέν τού φαίνεται”.
“Έχει επιληψία, πατερούλη μου, επιληψία. Γι’ αυτό τόν προσέχει ο αδερφός του τόσο πολύ”.
“Έ μά νά, πού είναι όρθιος καί γράφει. Δεν είναι τόσο βαρειά”.
“Είναι! Είναι! Δέν έχει γλιτωμό”.
“Μή χάνετε τό θάρρος σας γλυκειά μου. Εδώ άλλες μανάδες είδαν τά παιδιά τους τόσο χειρότερα. Παρακαλέστε. Καμμιά φορά ο πόνος τής καρδιάς ακούγεται”.
“Είναι η αμαρτία μου, πατερούλη μου, νομίζω ότι είμαι η πιό αδικημένη, ότι άξιζα πιό πολλά”.
“Όλοι τό νομίζουμε αυτό αρχόντισσά μου. Τί νά πούν αυτές που δέν έχουν; Άς είχα ένα κι άς ήταν άρρωστο. Έ, τόχω ακούσει κι αυτό. Εσείς έχετε δύο, καί τό ένα παλληκάρι σας είναι γερό. Άλλωστε φαίνεται ν’ αγαπιούνται τόσο πολύ”.
“Άχ τίς σκέφτομαι κι αυτές. Τήν ερημιά που φωνάζει στά σπλάχνα τους. Καημένες, καημένες. Γιατί υπάρχει τόσος πόνος πάνω στή ζωή πατέρα μου;”.
“Γιατί αγάπη μου; Αυτό συλλογίζομαι πολλές φορές κι εγώ. Δέν θά μπορούσε νά ‘ταν λιγότερος; Είναι πάρα πολλά τά σκαλοπάτια τής δυστυχίας μας”.
“Όταν στήν δικιά σας σοφία δέν αποκαλύπτεται αυτό, τί πρέπει νά κάνουμε τότε εμείς οι συνηθισμένοι άνθρωποι;”.
“Μήν καταδεχτείτε καρδούλα μου. Μήν καταδεχτείτε ούτε έναν πικρό λόγο. Δέν αλλάζει τίποτα, μόνο μάς σπρώχνει στήν απελπισία. Νά, αυτή είναι η σοφία μου. Μέχρι εκεί φτάνει τό μυαλό μου. Καί τί σάς λέει ο γιόκας σας;”.
“Μού λέει πως ό,τι αγγίζουμε τό βασανίζουμε, αλλοιώς δέν τό έχουμε αγγίξει ποτέ. Είναι βασανιστήριο η αγάπη τής μάνας; Έχει έναν σκύλο που τόν λατρεύει. Είναι βασανιστήριο η αγάπη του γι’ αυτόν; Κι ο αδερφός του, που δίνει καί τήν ψυχή του γιά χάρη του, τόν βασανίζει; Έχ, δέν καταλαβαίνω πιά, μερικές φορές είναι τόσο σκληρός. Μά είναι η αρρώστια του, γλυκέ μου πατέρα. Είναι η αρρώστια του. Έτσι δέν είναι;”.
“Ναί, είναι, βέβαια, μά νά, αρχόντισσά μου, δέν έχει καί πολύ άδικο. Δέν προσέχουμε όταν αγγίζουμε κάτι. Καί ιδιαίτερα τούς ανθρώπους. Ίσως τούς ανθρώπους πολύ περισσότερο”.
“Καί τί εννοεί, αλλοιώς δέν τούς έχουμε αγγίξει ποτέ;”.
“Έ, νά, ίσως ότι δέν τούς έχουμε αγαπήσει αληθινά, καρδούλα μου• ότι έχουμε περάσει από τό πλάϊ τους χωρίς νά τούς δούμε. Αλλά μήν πονάτε τόσο. Ίσως νά εννοεί πως σάς έχει βασανίσει πολύ μέ τήν αρρώστια του. Καί σάς καί τόν αδερφό του”.
“Πέστε μου τί νά κάνω πατέρα μου. Αυτός είναι τόσο ήρεμος. Όταν μέ κοιτάζει τά μάτια μου πλημμυρίζουν δάκρυα. Εκείνος σκύβει τό κεφάλι. Άχ, μάνα, λέει. Άχ, μάνα”.
“Λυπάται που δέν μπορεί νά σάς κάνει ευτυχισμένη”.
“Μά δέν μού ρίχνει τό φταίξιμο; Δέν μέ κατηγορεί γιά τήν δικιά του δυστυχια;”.
“Έ, μήν τά σκέπτεσθε αυτά.Δέν νομίζω ότι κατηγορεί κανέναν. ΄Ισως έχει καταλάβει ότι δέν φταίει κανείς γιά κανέναν. Γι’ αυτό είναι τόσο ήρεμος”.
“Εσείς τό πιστεύετε αυτό πατερούλη μου; Πιστεύετε ότι κανείς δέν φταίει γιά τήν δυστυχία τού άλλου;”.
“Ναί, ναί, τό πιστεύω, αλλά δέν μπορώ νά τό εξηγήσω αρχόντισσά μου.Είναι δυνατόν κάποιος που μάς πλήγωσε, που μάς έσυρε σ’ έναν δρόμο συμφοράς καί καταστροφής, νά μήν φταίει γιά τήν δυστυχία μας; Έ, ίσως ο γιόκας σας που έχει υποφέρει τόσο νά μπορεί νά τό πεί καί σέ μάς”.
“Όχι, όχι πατέρα μου. Μήν μού τόν καταδικάζετε έτσι. Ποιός άνθρωπος πάνω στόν κόσμο θά μπορούσε νά τό καταλάβει αυτό καί νά μείνει ζωντανός; Απαλλάξτε τον, δέν βλέπετε πώς κλαίω στά πόδια σας, απαλλάξτε τον”.
“Σηκωθείτε αρχόντισσά μου. Ποιός είμαι εγώ γιά νά καταδικάζω καί νά απαλλάσσω; Ελάτε. Εδώ σάς φώναξα γιά νά σάς δώσω λίγη παρηγοριά. Είσασταν τόσο θλιμμένη. Μήν παρασύρετε καί τήν δικιά μου καρδιά στήν θλίψη σας. Καθήστε νά στεγνώσουν τά δάκρυά σας”.

8-12-1997

Στήν Σελήνη Χρυσούλη

Ανάμεσα στά πράγματα οι άνθρωποι ησύχαζαν.

Πεθαίνοντας, τά πράγματα άφιναν μιά κραυγή. Θλιμένoι τά κοιτάζαμε μέσα απ’ τά μισόκλειστα βλέφαρά μας.

Γλιστρώντας απ’ τά μισόκλειστα βλέφαρά μας, τά πράγματα άφιναν μιά κραυγή. Περιμέναμε μέ θλίψη ν’ ακούσουμε τόν γδούπο μέσα μας.

(Εντός αχανούς ανακτόρου, εις τό εσωτερικόν ημών, τά καταβυθισθέντα αντικείμενα…)

Πώς μετακινώ αυτό τό σώμα; Γεμάτο πληγές είναι από τά πράγματα που έχουν πέσει μέσα του.

Τά πράγματα μέ σημάδευαν μέ τ’ όνομά τους. Σήκωσα τά χέρια νά προφυλαχτώ.

“Μήν μού φεύγεις μικρό πράγμα”, ψιθύρισα καθώς έσκυβα νά τό αγγίξω.

Μάς άφιναν τά πράγματα. Μέ θλιμένες μικρές κραυγές μάς αποχαιρετούσαν καθώς περνούσαν από μπρός μας. “Πώς σέ λέγαν λοιπόν εσένα;”, έσκυψα νά ρωτήσω τό επόμενο. “Καί πού ζούσες;”.

Μάς έλεγαν τό όνομά τους. Αποχαιρετιστήκαμε κλαίγοντας.

Από αμέλεια είχα καταστρέψει ορισμένα πράγματα. Περίλυπος κοιτούσα τό θρυματισμένο τους πρόσωπο.

(((Από αμέλεια είχα καταστρέψει ορισμένα πράγματα. Περίλυπος κοιτούσα τό θρυματισμένο τους πρόσωπο. Είχα τοποθετήσει, στό παρελθόν, μέ τέτοιαν ακρίβεια τήν ολοκληρωμένη τους μορφή στό εσωτερικό μου, ώστε τό βλέμμα μου είχε συνηθίσει νά τ’ αναζητά ανάμεσα στά άλλα -που η τυχαία τους διάταξη δέν συμπλήρωνε παρά έναν καθημερινό τρόπο νά επιβιώνει αισθητικά κάποιος καί που η αλλαγή τής θέσης ενός απ’ αυτά δέν μπορούσε νά μέ ταράξει-, μάλιστα ούτε κάν τά αναζητούσε ύστερα από λίγο: ένοιωθε τήν παρουσία τους καί πετούσε από πάνω τους ησυχάζοντάς με.

Ήταν π.χ. η λέξη ‘θάλασσα’, γραμμένη μέ κόκκινο μελάνι πάνω σ’ ένα κοχύλι στό βάθος ενός συρταριού. Έπρεπε, παλιά, ν’ ανοίξω αυτό τό συρτάρι γιά νά τήν δώ δυό καί τρείς φορές τήν ημέρα.

…Ήταν τότε εντελώς αδύνατον νά πώ ποιός περιείχε τόν άλλον: ήμουν εγώ που από τό χάρις σ’ αυτά, όχι μόνο γνώριμο, όχι μόνο κατασταλλαγμένο, αλλά καί εναρμονισμένο, μετά από τόσες δοκιμές, μέ μιάν επί τέλους δική μου τελική αισθητική, εσωτερικό, άπλωνα τό χέρι μου νά ξαναγγίξω τόν κόσμο, ή ήταν αυτά που γέμιζαν τό περιβάλλον, στό οποίο ζούσα, μέ τίς συνεχείς τους αναδιατάξεις, σάν νά αναζητούσαν τήν μαγική συνταγή που θά τους έδινε τό δικαίωμα νά πλησιάσουν μ’ αυτές -όπως μέ μιάν μυστική γλώσσα- κάποιον που θά τά τακτοποιούσε οριστικά από δώ καί πέρα παρασύροντας καί τήν δικιά μου ζωή μαζύ τους, ή ακόμα μέ τήν ξαφνική απόφασή τους νά ακινητοποιηθούν, κλείνοντας προσωρινά κάποιον κύκλο, σέ κάποια παράξενη στάση καί μέ τά πιό χαλαρά απ’ αυτά νά υποχωρούν διαρκώς καθώς τά έσπρωχνα χωρίς νά θέλω, ώστε νά μού κάνουν χώρο, σμίγοντας ανήσυχα πίσω μου τήν μακρυά σειρά τους σάν νά μήν είχαν θυμώσει εντελώς…
…έπρεπε από ‘δώ καί πέρα νά γνωρίζω τήν μοναδική διαδρομή ανάμεσά τους;

Ίσως ακόμα, τακτοποιούσαν εκείνα τό πλήθος τους σύμφωνα μέ μιάν, άγνωστη καί σέ μένα, δική μου εσωτερική εντολή, όπου μιά τυχαία απουσία στήν καθημερινή επανάληψή της, κόστιζε τήν οδυνηρή αναφορά σέ ένα κενό χωρίς καμμιάν ελπίδα πιά νά αποκτήσει ένα όνομα -επειδή ένα άγνωστο όνομα τό διεκδικούσε-, καί βασανιζόμουν τότε νά βρώ ποιό κομμάτι τής ίδιας οικογένειας θά μπορούσε έστω καί προσωρινά, γιά μικρά χρονικά διαστήματα μέχρι νά γίνει αντιληπτή η ύπαρξή του σέ μιά θέση που θά έμενε γιά πάντα ξένη, νά ικανοποιήσει τήν επιμονή τού περιβάλλοντος νά μένει διαρκώς συμπληρωμένο.

…όσο κι άν προσπαθούσα τώρα νά τά αντικαταστήσω μέ τά συντρίμματά τους…

Προσπαθούσα νά κολυμπήσω, τό περιβάλλον ήταν πηχτό από τά πράγματα, τά κύματά τους σάν μεγάλοι λυγμοί ξέσπαγαν επάνω μου, “δέν μπορώ νά ξέρω τά ονόματά σας”, φώναξα απελπισμένα, “αφίστε με ν’ αναπνεύσω”, μιά λύπη μέ συνεπήρε γι’ αυτά, ορισμένων, που ήξερα από παλιά, τά μικρά κεφαλάκια τους κολυμπούσαν δίπλα μου, άπλωσα τό χέρι μου νά τά χαϊδέψω, ήταν η χαρούμενη λέξη ‘θάλασσα’, καί η σκληρή φράση ‘εντελώς στερημένος’, τά έσφιξα στήν αγκαλιά μου, “εσείς”, είπα, “εσείς ήσαστε τά πιό αγαπημένα μου, μαζύ σας έχω φτιάξει τά πιό ωραία μου όνειρα, άν κι αυτά καταστραφήκανε στό τέλος καί έπεσαν συντρίμμια εδώ μπροστά στά πόδια μας καί δέν ξεφύγαμε κι εμείς από τήν θλιβερή μοίρα νά προσπαθούμε νά συμπληρώσουμε μέ τά σώματά μας αυτό τό αχόρταγο περιβάλλον, που δέν πήζει ποτέ αρκετά ώστε νά περπατήσει κανείς απάνω του αλλά μένει σκλάβος ριγμένος μέσα στό μαλακό του κορμί, καταπιωμένος κι ανίκανος νά πάει πουθενά, ένα συμπληρωματικό στοιχείο αυτού τού πολτού που κάπου κάπου, όταν συναντιώμαστε σέ κάποιο τυχαίο ξέφωτο καί γνωριζόμαστε, όπως τώρα εσείς κι εγώ αγαπημένα μου, τόν ποτίζουμε μέ τά δάκρυά μας, μέ τήν ανάμνηση τών συντριμμένων μας ονείρων, σκύβουμε τό κεφάλι και αναλογιζόμαστε τί πολύτιμο μάς έχει πάρει καί τό έχει ρίξει μέσα του, όχι επειδή τό εκτίμησε σάν τέτοιο αλλά σάν ένα είδος τροφής, ή ίσως ούτε κάν τέτοιας, μά σάν ένα είδος σοβά, ένα είδος αδρανούς δομικού υλικού πού τό πέταξε σέ μιά θέση βιαστικά γιά νά συμπληρώσει κάποιο στιγμιαίο κενό στό απέραντο σώμα του.)))

Ήταν η λέξη ‘θάλασσα’. Τήν έβγαζα απ’ τό κουτί της γιά νά τήν δώ.

Άφισα μιά κραυγή. Είχε πιά συντριβεί στό πάτωμα.

(Τών κυμάτων καταθραυσθέντων επί τών βράχων, η θάλασσα τεθλιμμένη απεσύρθη εις τήν παλαιάν κοίτην.

Τής μόνης ελπίδος της, τά κύματα, ενδυναμωμένης μέν κατά τό πρώτον υπό τού πνέοντος ισχυρού Ζεφύρου, κατασχισθείσης δέ κατά τό δεύτερον υπό τών ανελεήτων βράχων, θλιβερόν ράκος απέμεινεν η φιλτάτη ημών θάλασσα.

Ήτο η λέξις ‘θάλασσα’. Εντός πολυτίμου φιαλίου τήν συνεκράτουν. Ρευστή γάρ ούσα, τών δακτύλων ημών απέφευγεν. Αλλ’ οσάκις, ισχυρού Ζεφύρου πνέοντος, εταράσσετο ο οίκος ημών, η εντός τού φιαλίου σταγών έτρεμεν καί εβογγούσεν ως Πόντος εις τό άπειρον εξικνούμενος, πλήν σπαρασσόμενος υπό τής καταιγίδος, τό τεράστιον αυτού σώμα αποπειρόμενος εκ φόβου ίνα αποκρύψει εντός τού μικρού υαλίνου ασύλου.)

Η λέξη ‘θάλασσα’, συντριβομένη αενάως.

Είμασταν μύστες. Γνωρίζαμε τήν διαδρομή ανάμεσα στά πράγματα.

Μέ μιά μελαγχολία ανοίγαμε τόν δρόμο μας ανάμεσα στά πράγματα. Ζητούσαμε συγγνώμη.

Τραβούσαμε όλοι γιά τό ξέφωτο. Εκεί θά γνωριζόμασταν.

Τρυφερά πατώματα

Δέν έγινα αδίκως καθαρίστρια. Δέν σφουγγαρίζω τσάμπα πατώματα. Τίς ιστορίες που έχω ζήσει εγώ απάνω τους, ποτέ σας εσείς μέ τά καθαρά καί περποιημένα χέρια δέν θά φανταστείτε στόν γρήγορο βίο σας που περνάει σάν αστραπή γιά τούς εξοχότατους… Μήπως νομίζετε ότι οι ζωές σας πηγαίνουν στόν ρηχό ουρανό; Στό πάτωμα, στό πάτωμα σωριάζονται ζωντανές λατρεμένοι μου. Κι όταν βουτάω τά κουρέλια νά ποτίσουν στόν κουβά, όταν στρίβω μέ δύναμη τό κοντάρι νά στίψουν τό σκούρο νερό, όταν θερίζω μ’ αυτή τήν κομψή κίνηση που μού έχει δανείσει ο χάρος, τά εξαιρετικά κομμάτια τής ζωής σας, που ξεχάστηκαν τόσο γρήγορα, ξεπετιούνται από τό φρεσκοπλυμμένο πάτωμα σάν άσπροι κύκνοι, σάν λευκά περιστέρια… Δέν θέλω νά δώ τά μαύρα. Σάς τά χαρίζω.

Χωρίς ουρανό μπορούμε νά ζήσουμε. Μήν μάς πάρετε όμως τό πάτωμα. Μπορεί ένας άνθρωπος νά πέφτει καί πρός τόν ουρανό, είναι η αλήθεια, μπορεί από τήν καλωσύνη μιάς όμορφης ζωής νά αντιστρέφονται τά στοιχεία καί η τάξις αυτού τού κόσμου, αλλά γιά κοιτάξτε μας κι εμάς ευγενικοί ξένοι. Αφού ο Ουρανός ραγίζει τόσο δύσκολα, φταίμε εμείς που προτιμήσαμε τό σανίδι;

Επί πατωμάτων!

Τά σανίδια ράγιζαν. Τάτρωγε καί τό σαράκι

Μού βάρυνες τήν καρδιά. Βγάλε με στό χώμα.

ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΕΠΙ ΚΑΘΗΓΕΣΙΑ

Διά τήν ιδιαιτέραν φύσην τών πατωμάτων εν τή ανθρωπίνη διανοία.

Εισαγωγή

Λοιπόν, Κύριοι, η ουσιαστική διαφορά τού ανθρώπου από τά ζώα, δέν είναι τό ότι γελά -όπως προσπαθούν ορισμένοι γελοίοι μπηχεβιοριστές νά μάς πείσουν-, αλλά τό ότι κατασκευάζει πατώματα γιά νά ζήσει επάνω τους. Προσέξτε! Δέν κατασκευάζει στέγην γιά νά καλυφθεί ο ίδιος -αυτό τό κάνουν πλείστα όσα ζώα-, αλλά γιά νά προστατεύσει τό πάτωμά του. Κοσμεί δέ αυτό τό κέλυφος δι’ εξόχων παραστάσεων καί αναγλύφων, όχι μόνον έσωθεν αλλά καί έξωθεν, διότι καί ο Ουρανός δέν συλλαμβάνεται παρά ως έν ανεστραμμένον εκτεταμένον πάτωμα, τεραστίων διαστάσεων, τό οποίον είναι άγνωστον πότε θά επανέλθει συνερχόμενον εις τήν αρχικήν του θέσην. Πρός ώρας, εκτός τής πρός αυτόν στρεφομένης διακοσμήσεως, διαχωρίζεται διά κεραμιδοσκεπούς διαφράγματος από τού επισήμου δαπέδου, εφ’ όσον επιμένει νά διαμαρτύρεται διά τήν αρχικήν τοποθέτησην -μίαν επιλογήν εκ τών ελαχίστων, εις τήν διαρκή ευθύνην τής οποίας ουδεμίαν συμμετοχήν έχομεν-, άλλοτε μέν σιωπηλώς, αναλογιζόμενος τήν ευτυχίαν τήν οποίαν εστερήθη τού νά ευρίσκεται πλησίον μας δεχόμενος τάς περιποιήσεις μας, άλλοτε θορυβωδώς, εκ μίσους πρός τήν άδικον τύχην, κατρακυλώντας τάς μεγάλας μάζας τών νεφών καί σείων τά υπερμεγέθη κτίσματα τής υποδομής του, άλλοτε δέ σπαράσσων εκ τού κλάμματος, αναρροφών εκ τών λυγμών τόν ενδιάμεσον αέρα, ειτα μετά μεγίστης στροβιλώδους ορμής εκπνέων, κενόνοντας τούς τεραστίους πνεύμονάς του καί σαρώνοντας τούς πληθυσμούς τής Γής τούς οποίους τόσον ηγάπησε…• έχων αναγκάσει πολλούς είς τό λανθασμένον συμπέρασμα ότι από κάποια παραξενιά τής Φύσεως βρέχει μέσα στό ίδιο τους τό σπίτι…

Σχέδιον εισαγωγής 2

(Καί εάν κοσμεί καί τόν θόλον τής οικίας του, είναι επειδή όλη η οικία είναι κι αυτή ένα καμπύλον πάτωμα, όπως τό εσωτερικόν ενός σφαιρικού κατόπτρου).

Παρατήρησις:

Ο Όμηρος περιγράφει τά καταπληκτικά πατώματα τής Τροίας, ή, άν δέν τό κάνει, έχει απλούστατα χαθεί η περιγραφή.

28-6-1998

Σέ τρυφερά πατώματα ξαπλώναμε νά πεθάνουμε, τί γλυκά μάς αγκάλιαζαν, απάνω τους τά πόδια τών αγαπημένων μας προσπαθούσαν νά μάς σπρώξουν βαθύτερα, δέν αντιστεκόμαστε…

Βαθειά στό τρυφερό πάτωμα είχα κρυφτεί, τά σιγανά τραγούδια που τό σκέπαζαν ζητούσαν τήν άδεια νά μέ παρηγορήσουν, όχι, όχι, πώς νά παρηγορηθώ μέ τά πόδια τών πιό αγαπημένων μου νά προσπαθούν νά μέ σπρώξουν βαθύτερα, τό κεφάλι μου πήγαινε νά σπάσει από τά δυνατά χτυπήματα τών σκληρών τακουνιών, φώναζαν, επειδή μαζύ μου είχαν παρασυρθεί ορισμένα ονόματα, σφιγγόμασταν κοντά, καί μικροί σωροί συναισθημάτων που κολλούσαν στό πλάϊ μου τρέμοντας, τ’ αγκάλιαζα, τούς ψιθύριζα νά μήν στεναχωριούνται, έτσι κακοί είναι οι αγαπημένοι μόλις πέσεις στό πάτωμα, προσπαθείς νά κρυφτείς κάτω απ’ τό τραπέζι, αλλά αυτοί γυρίζουν τήν κόψη τού μαχαιριού που κρατούν πρός τά κάτω, σιγανά τραγούδια στάζουν τό αίμα τους…

Βαθειά στό τρυφερό πάτωμα είχα κρυφτεί, τά σιγανά τραγούδια που τό σκέπαζαν, φοβισμένα, έσερναν πρός τίς γωνιές τό μαλακό βαρύ γεμάτο πληγές απ’ τό πέσιμο κορμί τους, σκαρφάλωναν μέ κόπο ξανά στούς ψηλούς τοίχους, ζητούσαν τήν άδεια νά μέ παρηγορήσουν, όχι, όχι, πώς νά παρηγορηθώ μέ τά πόδια τών πιό αγαπημένων μου νά προσπαθούν νά μέ σπρώξουν βαθύτερα, αγκαλιάζα τήν φιλόξενη σάρκα νά κρατηθώ, ποτέ δέν εξηγήθηκε αυτή η εξαιρετική συγγένεια τού ανθρώπινου σώματος μέ τήν πέτρα, ίσως όμως καί νά προσπαθούσαν νά μέ διώξουν, τό κεφάλι μου πήγαινε νά σπάσει από τά δυνατά χτυπήματα τών σκληρών τακουνιών, η πλάτη μου είχε πιά καταματώσει απ’ τ’ αγριεμένα αγκάθια μέ τά οποία τό έγδερναν, ήμουν συνέχεια άρρωστος, ριγώντας μέσα στόν πυρετό, από τά παγωμένα νερά που τού έχυναν πλένοντάς το, φώναζαν, επειδή μαζύ μου είχαν παρασυρθεί καί ορισμένα ονόματα, σφιγγόμασταν κοντά, καί μικροί σωροί συναισθημάτων που από ψηλά έμοιαζαν μέ σκουπίδια καί κολλούσαν στό πλάϊ μου τρέμοντας, τ’ αγκάλιαζα, τούς ψιθύριζα νά μήν στεναχωριούνται, δηλαδή πού θέλανε νά μάς στείλουν, πού θα πήγαινα μακρυά απ’ τό σπίτι μου, κι αυτά έρημα, βασανισμένα απ’ τήν καθαριότητα, στό πρόσωπό μας ζούνε, γιατί προσπαθούν νά μάς τό πλύνουν;, σκληρά χτένια καί χέρια μέ τήν ηδονή τής ανελέητης αγάπης κάθε πρωΐ, πώς σάς περίμενα νά ρθείτε σέ μένα, φουστάνια που ανεμίζατε δίπλα στό αυτί μου τίς περιπέτειες που έβλεπα τό βράδυ στόν ύπνο μου δέν θά μέ σώσετε σήμερα;, έσκυψα τό κεφάλι, καλλίτερα νά βυθίζεται κανείς μέ τά συναισθήματα πλάϊ του, καλλίτερα νά μήν απαντά όταν φώναζαν τά ονόματα, δέν φώναζαν ποτέ τό δικό του, ένοιωθα τό μάγουλό μου ν’ ακουμπάει στό δροσερό μαξιλάρι τής πέτρας, δέν θά μπορούσαν νά μέ βρούν νά μέ διώξουν ποτέ από ‘δώ…

Κρύπτη συναισθημάτων

Πάνω στά τρυφερά πατώματα, κάτω από τά βαρειά χαλιά κρύβω τά συναισθήματά μου. Ξεχνάω όμως, μετά από λίγον καιρό, πού έχω κρύψει π.χ. τό Α συναίσθημα καί υποδέχομαι τόν Α γνωστό μέ τό Β. Πόσες φιλίες δέν έχω χάσει έτσι! Πόσους γνωστούς που θά μπορούσαν νά είχαν γίνει φίλοι δέν είδα νά φεύγουν μέ σκυμμένο κεφάλι! Κάνω συνήθως μιά χειρονομία νά τούς σταματήσω, ίσως μπορούσαμε νά περάσουμε τήν βραδιά μαζύ εξηγώντας ο ένας στόν άλλον τί είναι αυτό που μάς χωρίζει, επειδή, όσο αδέξια είναι η δικιά μου πράξη νά μήν μπορώ νά θυμηθώ ακριβώς τί αντιστοιχεί στόν συγκεκριμμένο άνθρωπο, άλλο τόσο αδέξια είναι κι απ’ τήν δικιά τους τήν μεριά η απαίτηση να περιμένουν μιά συγκεκριμμένη συμπεριφορά λές κι είχαν τόν κατάλληλο άνθρωπο μπροστά τους. Αλλά, όπως είπα, έχουν σκύψει κιόλας τό κεφάλι, η χειρονομία μου περνάει απαρατήρητη, γυρνούν νά φύγουν… Ίσως καλλίτερα μόνοι μέ τήν απογοήτευσή μας, άτυχε φίλε μου. Στό καλό.

Τό ότι οδηγήθηκα σ’ αυτό τό αναγκαίο κακό, νά κρύβω δηλαδή τά συναισθήματά μου, δέν οφείλεται καθόλου σέ κάποια δική σου άσχημη πρόθεση. Ίσα ίσα, καί μάλιστα πιστεύω ότι δέν μπορεί νά είσαι τίποτ’ άλλο εκτός από αθώος. Γιά τίς άσχημες προθέσεις, που θά μπορούσαν νά καταστρέψουν, χρειάζεται χρόνος, πρέπει νά είναι ώριμος κανείς γιά νά εκτιμήσει τό κακό, κι εσύ τραγουδάς ακόμα τραγουδάκια τού δημοτικού δαγκώνοντας τήν φέτα σου. Βυθίζεις όμως συνεχώς τά χέρια σου μέσ’ στό κεφάλι μου, σάν νά τά ξεπλένεις από τούς άλλους που έχεις συναντήσει πρίν από ‘μένα -καί γι’ αυτό έχω πάντα μιά καθαρή πετσέτα στήν ράχη τού κρεββατιού σου-, προσπαθώντας νά πιάσεις τό συναίσθημα που σού αντιστοιχεί. Δέν θέλω νά σέ προσβάλλω, αλλά… ποιός είσαι; Πώς, μετά απ’ αυτή τήν αναταραχή τού εσωτερικού μου, θά ήξερα τόν τρόπο νά σού απευθυνθώ; Δοκιμάζω λοιπόν τό Α συναίσθημα. Ανταποκρίνεσαι; Εάν όχι, τό Β. Εάν πάλι όχι, τό Γ. Εάν ακόμη όχι, τό Δ. Είναι όμως κιόλας πολλά, τά χέρια μου τρέμουν, έχω αρχίσει νά εξαντλούμαι, αυτές οι δοκιμές είναι μακρύτατες. Τί θά γίνει εάν κατακουρασμένος φτάσω στο Κ, π.χ., καί δέν έχεις ανταποκριθεί; Καί εάν μετά από κόπο που θά μέ έχει κάνει σχεδόν νά καταρεύσω, στό Χ; Βέβαια δέν χρειάστηκε ποτέ νά ξεπεράσω αυτό τό γράμμα, αλλά η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις, τί θά γίνει άν χρειαστεί νά προχωρήσω στό Ψ; Καί πώς θά αντέξω, μέ τήν γλώσσα έξω σχεδόν, τά γόνατά μου νά τρέμουν, τήν καρδιά μου νά κοντεύει νά σπάσει, νά αντικρίσω τό Ω;

Μήπως τό ότι οδηγήθηκα σ’ αυτό τό αναγκαίο κακό, νά κρύβω δηλαδή τά συναισθήματά μου, οφείλεται στήν δική σου άσχημη πρόθεση; Όχι! Δέν είσαι ικανός νά έχεις άσχημες προθέσεις. Εσύ τρώς ακόμα τήν φέτα σου στήν αυλή τού σχολείου. Ούτε μιά κακιά δασκάλα δέν θά μπορούσε νά θυμώσει μαζύ σου. Διατάζεις μήπως το δεξί μου χέρι νά στρίβει τήν παλάμη του πρός τ’ απάνω μέ παράλυτα δάχτυλα σάν νά ζητάει αυτό που μού έχουν πάρει; Τό δεξί μου πόδι εσύ τό κάνεις νά χάνει τό βήμα του καί νά σκοντάφτει; Τό κεφάλι μου όταν τινάζεται δεξιά κι αριστερά έχει μόλις δεχτεί κάποια εντολή από ‘σένα; Η γλώσσα μου όταν μπερδεύει τίς λέξεις προσπαθεί νά πεί κάτι που τής υπαγόρευσες; Ναί, ναί! ‘Ετσι είναι, κι όμως έτσι δέν είναι! Άχ, πόσο θά ‘θελα νάταν αλλιώς! Πόσο θά ‘θελα νάχες βάλει τό χέρι μου νά προσέφερε κάτι από ‘μάς, κρατώντας απαλά κάποιο άλλο χέρι μέ τρυφερά δάχτυλα. Τό πόδι μου πόσο θά ‘θελα νά ανεβαίνει ένα σκαλοπάτι που μάς περίμενε. Τό κεφάλι μου στρίβοντας ξαφνιασμένο από τήν ζέστη μιάς φωνής στ’ αυτί του. Η γλώσσα μου ψιθυρίζοντας σέ κάποιο άλλο αυτί λόγια που θά ‘θελα ν’ ακουστούν…
Αξιολύπητον, έτσι αθώον, δέν μπορώ νά σέ πώ. Δυστυχισμένον, μέ μιά φέτα στό χέρι; Αδύναμο, μ’ ένα τέτοιο σώμα; Φτωχό, μέ τά δικά μου συναισθήματα; Γιά χάρη σου τά φυλάω. Όταν θά μεγαλώσεις.

Είχε μεγαλώσει καί μέ κοιτούσε. Τά μάτια του έψαχναν απελπισμένα τό πρόσωπό μου. Τί τού είχα υποσχεθεί; Ήταν αδύνατον νά θυμηθώ.

Αυτά σού’ χα υποσχεθεί; Αυτά; Άρχισε νά γελάει. Κολυμπούσαμε μέσα στά συναισθήματα, έπρεπε νά προσέχεις νά μήν βουλιάξεις, οι απρόσμενες λακκούβες τού βυθού ανοίγονταν ύπουλα κάτω απ’ τά πόδια, κάτι ρουφήχτρες πιό μακρυά γέμιζαν μ’ απειλή τόν ορίζοντα, όλος ο πλανήτης είχε σκεπαστεί απ’ αυτά. Ποιά είναι τά δικά μας;, ρώτησα.

Σήκωσα τήν άκρη τού βαρειού χαλιού, πάνω στό τρυφερό πάτωμα από κάτω του μιά θάλασσα σέ προσκαλούσε νά βυθιστείς μέσα της. Είναι όλα δικά μας;, ρώτησα.

Αυτό που νόμιζα γιά χαλί τόσα χρόνια, ήταν τό πρόσωπό μου. Σιγά σιγά είχε μαζευτεί μιά θάλασσα κάτω απ’ τήν σκληρή του επιφάνεια.

Επάνω στήν τρυφερή του σάρκα είχε μαζευτεί μιά θάλασσα. Ήταν τό πρόσωπό μου.

Μέ τόν τρόπο τού Γιώγου Χειμωνά

Τά αθώα συναισθήματά μας! Που σάν μιά θάλασσα. Ζηλεμένα σάν τά λουλούδια. Σάν μέ ανατιναγμένα φτερά, κοφτερά χαλίκια. πλάϊ στά χορταριασμένα ορυχεία πού ακολούθησαν τό επικίνδυνο μυστικό μιάς φλέβας. Νοσταλγικά σάν τά χελιδόνια. Που μέ μιά ψυχρή νόηση, αλλά θερμή αισθαντικότητα επιστρέφουν. Ιερές κολώνες κατεδαφισμένων ναών, σάν τούς κάκτους στήν έρημο, γύρω από φαρμακερές μικρές λίμνες καί χτυπημένα ζώα από τήν τρέλλα τής δίψας. Σάν ζώα χτυπημένα από τήν τρέλλα τής δίψας. Σάν όπως όταν αισθάνεσαι ένα αίσθημα δίψας από μιά στέρηση. Ερωτηματικά σάν τήν δίψα. Ερωτικά σάν τήν στέρηση. Όμορφα σάν τήν έρημο…
Σάν σιγανά τραγούδια που κατακάθονται στό πρόσωπο τής γής τά φροντίζει ο ουρανός. Μέ τό λεπτό κογχύλι τού αυτιού του τά αφουγκράζεται. Κλαίει γι’ αυτά, επειδή είναι ορφανεμένα από τό σώμα τών ανθρώπων: άσπροι σωροί από αλαφρόπετρες ονομάτων καί τά κομμένα μέ τό μαχαίρι τών αγαπημένων σφαγμένα εντόσθια τής καρδιάς. Τά πράσινα αχνιστά περιττώματα μικρών ανήλικων από φόβο, καί τά μεγάλα αυξημένα στρώματα τής λύπης, που πλαγιάζουν νά πεθάνουν πάνω στό τρυφερό πάτωμα. Σκίζει σέ λουρίδες τό πολύτιμο ρούχο του καί τά σκεπάζει. Σάν από χαλί, τά τυλίγει καί τά ζεσταίνει. Διατάζει τόν ήλιο: νά μήν χαθούν στόν αίώνα. Επειδή αυτά είναι η εκτυφλωτική κληρονομιά τής γής. Λαμπεροί πολύχρωμοι αιωνόβιοι παπαγάλοι κρατιούνται από τούς στρογγυλούς της ώμους. Καθώς ταξιδεύει τά αποστηθίζει, κλείνοντας κάπου κάπου τά μάτια από τήν ηδονή. Είναι οι λέξεις της. Σάν αστέρια έχουν σκίσει τήν βαρειά μάζα τού σκοταδιού ευλογώντας την, ώστε αυτή μόνη μέσα στόν έρημο κόσμο νά έχει συγγενείς.

Έσκυψα, καθώς περνούσαμε πάνω απ’ τά νησιά τού Αιγαίου. “Νά καί τά δικά μας, αγάπη μου”, είπα.
Νιπτήριον ποδών

Έχω πρό πολλού επιλέξει κόγχην τινά, εις τό ανατολικόν μέρος τού κήπου μου, ανθίζουσαν εκ τής καλωσύνης τής αγράμπελης, χρωματιζομένην υπο τού προσφιλούς εις τά όμματά μου πλήθους ανθέων -τών εκ τής τυχαίας μεταφοράς τής σποράς των προκυπτόντων υπό τού φιλικώς νεύοντος καθ’ όλον τό έτος ανέμου, τών καθ’ όλον τό Έαρ καί τό Θέρος βομβούντων εντόμων, καί τών μικρών πτηνών τών βοσκούντων μεθ’ ορέξεως τούς σκώλικας τήν πρωΐαν εντός τής υγράς χόρτου-, στεγαζομένην δέ υπό τής ευγενούς πεύκης τής εχούσης τουλάχιστον τό διπλάσιον τής ιδικής μου ηλικίας -εφ’ όσον επί τών κλάδων της επροπονήθην καί από τών κλώνων της συχνότατα ευρέθην αιφνιδίως ως άλλος Ανταίος εις τήν αγκάλην τής μητρός Γής ίνα ανακτήσω τάς απωλεσθήσας εκ τής αναρριχήσεως δυνάμεις-, προσέτι δέ συνορευούσης μέ τήν γωνίαν ερειπωμένου τεμένους, φυλάττοντος επί αιώνας τό μυστήριόν του καί φράζοντος αυστηρώς τό σύνορόν του μέ μικράν εκ πρασίνου μαρμάρου λάρνακα, επί τής σμαραγδίνης πλευράς τής οποίας δύναταί τις νά αναγνωρίσει βαθείαν επιγραφήν, σκαλισμένην εις άπταιστον Ελληνικήν: “Νιπτήριον ποδών”. Άς μου επιτραπεί νά ταφεί τό σώμα μου εκεί. Η δέ μικρά λάρναξ άς πληρωθεί υπό καθαρού εκ τού πηγαδίου μου ύδατος. Τήν ευγένειαν τών ποδών ίσως παραβλέψας, εις σκληρά καί βάναυσα υποδήματα επί τόσα έτη ως δεσμώτας φυλακίσας, άς αναπληρώσω τήν υστάτην στιγμήν τό πρός αυτά χρέος μέ τό δροσερόν ύδωρ τής τιμούσης ταύτα λάρνακος, μέ τήν παράκλησην, καθαρά καί ανακουφισμένα, νά μέ οδηγήσουν είς τήν χώραν όπου δέν θά σύρεται πλέον εκ μαρασμού η αόριστος ανάμνησις τών αγαπημένων μου τέκνων, ούτε υπολείματα τής παλαιοτέρας ευτυχούς περιόδου τής ζωής μου θά φέρουν σκιάς χαμογελώντων προσώπων, αλλ’ όπου τρυφερά γεύσις αθώων παιδικών φιλημάτων θά συναντά τά χείλη μου, θρόϊσμα χαριτωμένων φορεμάτων θά στρέφει τήν κεφαλήν μου, ερωτικόν πλησίασμα συμβίας επιθυμητής θά μέλπει εις τούς φρένας μου…

Χτυπήσατε τάς χείρας σας πρός εκπλήρωσιν Ευγενέστατοι. Απολύστε μιάν στρακαστρούκαν.

Τού γεγονότος, αβάσταχτου.

Ίσως επειδή από μιά βαθειά συναίσθηση αδικίας παρατηρούσα τήν αδικία νά συμβαίνει. Αδίκησα, μπόρεσα νά καταστρέψω. Απ’ αυτή τήν βαθειά επίγνωση αδικίας όταν οι άλλοι αδικούνται αδικούν οι άνθρωποι. Μέ μιά κακία όργωνα τά εντόσθια τής ψυχής νά αιμορραγίσει. Τίς πιό φριχτές πράξεις τού αθώου μυαλού μου. Που μέ τήν ίδια αμερόληπτη ευεργεσία προικίστηκε ώστε μπορεί καί τίς σκέφτεται, συνωμοτούσα. Όχι άγριες πράξεις καί αδέξια βία. Αλλά βλέποντας πίσω απ’ τά βλέφαρα τό κλάμα γι’ αυτό που χάνεται. Η αδικία είναι μιά εκδίκηση. Που σχεδόν μέ μιά συγνώμη επειδή δέν μπορεί νά συγχωρήσει συμβαίνει.
Από ένα βαθύ συναίσθημα δικαιωσύνης δέν μού επιτρέπεται νά ζητήσω συγνώμη. Νά παραμερίσω τήν ανθρωπιά. Δέν μπορώ νά μήν είμαι ανελέητος μέ τόν εαυτό μου επειδή κι εγώ επιθυμώ τήν συγχώρεση. Γιατί άν από μιά βαθειά συναίσθηση ανθρωπιάς σκοτώσω τόν δολοφόνο, τί είδους συναίσθημα θά επικαλεσθώ από τήν ανθρωπιά γιά τά θύματα; Λύπη; Οίκτο; Βιασμένα, καταστρεμένα στέκονται στήν άκρη. Μόνο η πιό άγρια. Η πιό λυσσασμένη εκδίκηση από τά ίδια τους τά χέρια, μπορεί νά ξαναφέρει μιά λάμψη στήν ζωή τους. Δέν υπάρχει ανάπαυση γιά ‘μάς. Ο δολοφόνος πρέπει νά μείνει ζωντανός.

Εγώ καί τό κοριτσάκι μου σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στόν Λυκαβητό. Είναι 3,5 ετών, δέν τόχω μαλώσει ποτέ, όλο γελά καί σάν χελιδόνι σκαρφαλώνει απάνω μου χωρίς φόβο. Τό πλένω, τό ταΐζω, τό βγάζω έξω μέ τό καθιστό καροτσάκι του, τού δείχνω τόν κόσμο. Από κάθε κακό μέχρι τώρα τό προστάτεψα, έχει πάρει πολύ θάρρος, κακά!, λέει μέ μιά πόζα, τσίσα!, κουνώντας τά πόδια της καθώς τήν τσουλάω, πί! (αυτό είναι η πιπίλα), οργώνουμε μόνοι μας τά προάστεια: Χολαργός, Αγία Παρασκευή, Χαλάνδρι, καί θάλασσα: Φάληρο, Καλαμάκι, καί εκδρομές: Αίγινα, Πόρος. Ξαφνικά ένα μεσημέρι. Έχω μέρες νά κοιμηθώ καλά, προσπαθώ νά κλείσω τά μάτια μου, δέν μ’ αφίνει, παίζει, θυμώνω από έναν θυμό καταστροφικό, τό πρόσωπό μου, αυτό είναι τό πιό βασικό, τό πρόσωπό μου παραμορφώνεται, σάν κακιά μάσκα πάνω απ’ τό δικό του προσωπάκι, μιά άλλη φωνή σφυρίζει άγρια στ’ αυτάκια του, στήν αρχή τό παίρνει γιά παιχνίδι, γελάει, μού κρύβεται πίσω απ’ τό μαξιλάρι, μά πατηκώνω τό μαξιλάρι απότομα, τραβάω τά σκεπάσματα μέ κακία νά μέ δεί, ξαφνικά συνειδητοποιεί, σκεπάζει μέ τά χεράκια του τά μάτια του, κλαίει σπαραχτικά, ποτέ άλλοτε, ποτέ άλοτε δέν θά ‘μαστε όπως πρίν, ένας φόβος γι’ αυτόν τόν άλλον έχει εγκατασταθεί στήν καρδούλα του, ίσως τόν σκεπάσω σιγά σιγά μ’ αγάπη, ίσως τήν κάνω νά ξεχάσει αυτό τό άλλο πρόσωπο, μέ τόν καιρό θά γλυκάνει αυτός ο τρόμος, αλλά εγώ, αγάπη μου, εγώ πώς θά τό ξεχάσω; Ακόμα καί μετά είκοσι χρόνια λειώνουν τά γόνατά μου, γιατί εγώ ζώ τήν σκηνή πάλι καί πάλι χωρίς νά μειώνεται η έντασή της, τό μικρό πρόσωπάκι νά προσπαθεί νά κρυφτεί, η συνειδητοποίηση ότι εγώ, ο λατρεμμένος, ο προστάτης από τούς ξένους κινδύνους, αυτός ο ίδιος που τήν έλεγε “αγάπη μου” καί τήν αγκάλιαζε τρυφερά, μπορώ νά γίνω ένας κίνδυνος γι’ αυτήν σάν τούς άλλους, τό ράγισμα τού μέχρι τότε στέρεου κόσμου στό μυαλό της…
Ξυπνάω λουσμένος στόν ιδρώτα. Καμμιά παναγιά. Καμμιά παναγιά δέν έχει προβλεφτεί νά μάς ξεκάνει τρυφερά, δυστυχισμένοι μου.

14-7-1998

Υπάρχει ένα μόνο φύλο: οι άνδρες. Που σπαραχτηκά φέρει όλο τό βάρος. Επειδή με βαρειές. Μέ βαρειές μήτρες τόχουν μοιράνει από τήν σύλληψή του. Συλλαμβάνεται καί τό διαχωρίζουν σέ μητροφόρα θηλυκά που γίνονται βρέφη καί σέ άλλα στερημένα, παραπεταμένα αρσενικά. Στά θηλυκά ανοίγεται μιά δίοδος που οδηγεί στήν μήτρα από ένα κοχύλι. Στά στερημένα μικρές αποθήκες σπέρματος μέσα σ’ έναν σακούλι κρέμονται γελοία έξω απ’ τό σώμα σάν ώριμο σύκο, χύνοντάς τό σπέρμα από μιά τσουτσούνα όταν συνευρεθούν μέ τά θηλυκά. Πάνε καί κολλάνε στά θηλυκά καί βάζουν μέσα τους τήν τσουτσούνα νά φτάσουν στήν μήτρα. Τά θηλυκά γαργαλιούνται. Τραγουδάνε παθητικά τραγούδια γιά τήν μάνα γή.

Σπαραχτικά φέρουμε τό βάρος. Τά θηλυκά ανοίγουν τό κοχύλι τους καί γεννάνε. Πάνε στό παγωμένο ποτάμι νά πλύνουν τό αρσενικό παιδί. Η μήτρα του μαραίνεται καί πέφτει. Τά θηλυκά τά τυλίγουν ζεστά γιά νά κρατήσουν τήν μήτρα.

Στρατιωτικά μάς χωρίζουν. Στούς μισούς δίνουν αναισθητικό σάν αυτό που ρίχναν στόν πρώτο παγκόσμιο πόλεμο καί τούς ανοίγουν μιά τρύπα από ένα κοχύλι. Στούς άλλους δέν θέλω νά πώ τί τούς κάνουνε. Είμαι κι εγώ απ’ αυτούς. Στό τέλος κρέμονται μερικά περισσεύματα κάτω από μιά τσουτσούνα.

Μέ δοκίμαζαν γιά μήτρα. Είχα μικρή λεκάνη. Θά γινόμουν αρσενικός. Αρχισαν τήν διαδικασία αποθηλυκοποίησης.

Καθόμαστε περίλυποι καί κοιτάμε τά θυλυκά. Τό ξέρουμε ότι τά βασανίζει μιά διαρκής αναγκαιότητα πλήρωσης. Πόσο εύκολη είναι γι’ αυτά η ζωή. Δέν έχουν παρά νά ‘ρθούν κοντά μας.

Μέ είχε ξεμοναχιάσει ένα θηλυκό, τό κοχύλι του είχε ερεθιστεί, μού τόδειχνε κατακόκκινο, μού χάϊδευε τήν τσουτσούνα, μέ προσκαλούσε νά φτάσω στήν μήτρα του. Μήν επιμένεις ερεθισμένο θηλυκό. Η καρδιά μου σήμερα είναι βαρειά. Σκέφτομαι τήν μοίρα μας εμάς τών αρσενικών.

Μέ μιά σκληρότητα, η μάνα μου μέ είχε πετάξει στό παγωμένο νερό. Μέ βούτηξε τρείς φορές γιά νά μού πέσει η μήτρα. Ο πατέρας μου στεκόνταν στρατιωτικά μέ μιά πετσέτα, κλαίγοντας καθώς τό ποτάμι κατέβαζε μεγάλα κομμάτια πάγου. Καθώς τά νερά άρχισαν νά μέ παρασύρουν μπουσούλησε μέ κόπο πάνω στό τελευταίο κομμάτι καί μ’ άρπαξε απ’ τά μαλλιά. Από κεί καί πέρα άρχιζαν οι καταρράχτες. Πρέπει νά είμαι ευγνώμων πρός τήν μάνα πατέρα;

Αυτό τό θηλυκό η μάνα μου τό γέννησε απ’ τό κοχύλι της μαζύ μ’ εμένα. Αμέσως τό τύλιξε σέ ζεστές φασκιές καί τόβαλε στό στήθος της νά θηλάσει. Μάνα!, φώναξα, τά μάτια μου γεμάτα δάκρυα. Τό στήθος σου δέν είναι αρκετά μεγάλο καί γιά ‘μένα; Δέν είμαι κι εγώ παιδί σου; Από ένα λάστιχο, μάνα μου, θά πίνω ψεύτικο γάλα; Πώς μαζεύτηκε σ’ αυτό τό θηλυκό όλη η αγάπη σου; Αποτραβήχτηκα στήν γωνιά μου. Δέν σέ μισώ ευτυχισμένο θηλυκό. Δέν μπορεί νά πάει κανείς ενάντια στήν μοίρα. Μόνο εμάς τών αρσενικών μάς φέρθηκε σκληρά. Θά δώ κι εγώ τό αρσενικό παιδί μου νά υποφέρει, από τήν ίδια του τήν μάνα ριγμένο στό παγωμένο νερό, στερημένο από τήν μήτρα του; Μέ μιά στρατιωτική πετσέτα στά χέρια θά πέσω μπουσουλώντας στούς πάγους νά τ’ αρπάξω απ’ τά μαλλιά καί νά τού σώσω τήν δυστυχισμένη του ζωή λίγο πρίν απ’ τούς καταρράχτες, ενώ τό θηλυκό θά κουρνιάζει κιόλας ζεστό κι ευτυχισμένο στό αγαπημένο του στήθος; Πολύ βαρειά είν’ η μοίρα γιά ‘μάς τ’ αρσενικά. Πολύ βαρειά μάς σύντριψαν οι μήτρες.

Πώς κάθονται τά θηλυκά τό απόγευμα στίς πόρτες τών σπιτιών! Στρώνουν ένα χαλάκι στό πάνω σκαλοπάτι καί καρφώνουν μέ τά γατίσια μάτια τους τά ξένα αρσενικά που περνάνε. Τά δικά τους αρσενικά τάχουν κλείσει σ’ ένα μπουντρούμι που τό λένε καφφενείο. Εκεί πίνουν καφφέ καί καπνίζουν καί μιλούν συνέχεια γιά θηλυκά. Σάν σκλάβοι, καί μετά στό σπίτι τά θηλυκά τούς δέρνουν. Στό καφφενείο περηφανεύονται συνέχεια ότι δέρνουν τά θηλυκά τους, αλλά δέν ξέρουν τί τούς κάνουν τά θηλυκά όταν κοιμούνται. Έ, ρέ καημένα αρσενικά τής επαρχίας! Αρκεί νά σηκώσουν τήν μπόλια τους, καθώς περνάω, γιά νά μού ρίξουν τό γατίσιο βλέμμα τους από τό πλατύσκαλο που κάθονται κουνώντας τό κεφάλι τους στόν θηλυκό ρυθμό τους. Αρκεί νά μού ρίξουν μιά ματιά γιά νά καταλάβω ποιός κυβερνάει τόν κόσμο. Πάει κι έρχεται η μήτρα τους μέ τ’ αεράκι πλέκοντας τό δίχτυ. Τό δίχτυ μέ τό δόντι, γύφτο μου, τό δίχτυ μέ τό καρφί, μέ τό βαρύ σπιρούνι. Νά τό καρφώσουν στήν καρδιά τού αρσενικού τήν ώρα που θά σκύψει γιά νερό. Τήν ώρα που έχει τήν μπουκιά στό στόμα. Νά τού τό μπήξουν όταν τίς συλλογίζεται, τήν πιό γλυκειά στιγμή. Όταν φωνάζουν τ’ όνομά του μέ τήν φιδίσια γλώσσα τους καί βάζουν τά χέρια του απάνω στά μεριά τους.

Καί η γή έως δύο μέτρα κάτω.
Είμαι ο Άη Γιώργης ο Γρίτης από τόν Άρη τής Μεσσηνίας. 56
ετών. 40 χρόνια άρρωστος, βλέπω τήν μάνα μου νά μέ ταΐζει
σάπιο σταφύλι στά όνειρά μου. “Μάνα”, λέω, “σάπιο σταφύλι
ταΐζεις τόν μοναχογιό σου;”. “Φάε παιδάκι μου”, λέει καί τά
μάτια της τρέχουν, “φάε νά γιάνεις απ’ τό χτικιό”.
16 χρονών παλληκάρι μέ χτύπησε η απεραντοσύνη. Ξαφνικά
είδα τόν ουρανό. Είδα τά οδοφράγματα τού ουρανού καί εννόη-
σα ότι ο ουρανός είναι μιά γλώσσα. Όπως γιά νά μιλήσει κα-
νείς τήν ανθρώπινη γλώσσα πρέπει νά τήν ακούσει, κατάλαβα
ότι πρέπει νά ακούσω τόν ουρανό. Σκαρφάλωσα σ’ αυτήν τήν
πλαγιά καί πέρασα στούς Αμμούληδες, στήν άγρια έρημο. Εχω
μαζύ μου έναν ρηχό, πλατύ, ξύλινο κάδο, σκεπασμένο μ’ ένα
χοντρό τεντωμένο πανί. Σάν περπατάω τόν κρεμάω στήν πλά-
τη. Είναι τό μυστικό αυτών που βγαίνουν στήν έρημο γιά νά α-
κούσουν τήν γλώσσα τού ουρανού. Δέν θά πώ πώς τό έμαθα.
Κάθε βράδυ σκάβω έναν λάκκο στήν άμμο καί τόν θάβω. Η υ-
γρασία τής νύχτας ποτίζει τήν άμμο. Η άμμος ποτίζει τό πανί.
Τό πανί στάζει σάν τά μάτια τής μάνας μου. “Μάνα μήν κλαίς
γιά μένα”, είχα πεί. “Η άμμος δέν θά μέ σκοτώσει. Θά γυρίσω
ξανά μανούλα μου νά φάω απ’ τό σταφύλι σου”. Τό πρωΐ έχει
δυό δάχτυλα δροσερό νερό μέσα του.
Τό μεσημέρι ξαπλώνω ακίνητος. Στρώνω πάνω μου ένα λεπτό
δίχτυ. Οι σαύρες σκαρφαλώνουν στό στήθος μου γιά ν’ αγνα-
ντέψουν τήν έρημο. Τίς τραβά κι αυτές η απεραντοσύνη. Πρέ-
πει νά φάω. Διαλέγω τίς πιό γέρικες. Στήν έρημο οι αισθητικές
τής γεύσης σέ ακολουθούν λυπημένες. Κοιτάζω τίς σαύρες.
Πόσο λυπημένο είναι τό πρόσωπό τους! Ίσως γιατί τό ζαρωμέ-
νο τους δέρμα προστατεύει μιά τρυφερή σάρκα. Λυπάμαι κι ε-
γώ που γι’ αυτόν τόν λόγο θά καταστρέψω. Ζητάω συγνώμη.
Θυμίζω πως μιά μέρα θά προσφέρω κι εγώ τό σώμα μου γιά νά
θρέψω άλλους. Μιά μικρή κίνηση κλείνει τήν παγίδα. Αφίνω
τίς νέες νά φύγουν. Οι άλλες καταλαβαίνουν. Σάν μιά παλιά
συνεννόηση νά τίς παρασύρει εγκαταλείπονται ήρεμα. Τά με-
γάλα τους βλέφαρα κλείνουν αργά. Τότε μέ τρυφερά δάχτυλα
σφίγγω τήν φλέβα τού λαιμού  κλαιγοντας σιγανά  ευχαριστώ-
ντας. Ο σφυγμός σταματάει ξαφνικά. Πόσο εύκολα σκοτώνει ο
φόβος! Ξερριζώνω στρίβοντας μεγάλο νύχι αριστερού μπροστι-
νού ποδιού. Σχίζω μαλακιά κοιλιά μέ τό νύχι. Αναστρέφω. Κα-
θαρίζω από έντερα γιά σκορπιούς. Κρεμώ από τήν μέση μου σέ
γερό κορδόνι. Ο ήλιος θά ξεράνει γρήγορα.
Πόσος καιρός έτσι; Ξεραμένο κρέας σαύρας. Δροσερά δάκρυα
τής νύχτας. Κουρέλια σκασμένο δέρμα αντί γιά δέρμα απάνω
μου. Αναίσθητα πόδια. Τό πράγμα ήλιος σάν φελλός στό στό-
μα που τόσο πόθησα ν’ ανοίξει γιά μένα. Σιωπή, Σαράντα χρό-
νια σιωπή. Γυρίζω. Ποιός είμαι εγώ νά ξεπεράσω τά οδοφράγ-
ματα τού ουρανού; Μανα! Άχ, πόσο λαχτάρισα τό σταφύλι
σου! Μετά σάν νά ονειρεύτηκα σιγανό βρυχυθμό στ’ αυτιά μου
πάνω στόν ύπνο. Βαρειά ανάσα. Μαλακά πατήματα γύρω μου.
Τό’ χα ακούσει κάποτε  αρσενικά λιοντάρια που μπαίνουνε βα-
θειά στήν έρημο, παίζοντας μετά από εύκολο κυνήγι. Στάσου
ακίνητος! Στάσου ακίνητος! Πόσο εύκολα σκοτώνει ο φόβος!
Τότε φτάνει. Σάν μακρυνά τζιτζίκια μέσα στίς ελιές.
Στό κουρείο τού χωριού. Βγήκα απ’ τούς Αμμούληδες ξανά
στόν κόσμο. “Ξούρισέ μου τό κεφάλι”, λέω στόν κουρέα. Αλλά
τώρα μιλώ τήν γλώσσα τού ουρανού. Κουνάει τό κεφάλι του.
Μεγαλώσαμε μαζύ παιδιά, όμως πόσο σκληρός μέ τούς φίλους!
Κοιτάει τά κουρέλια από τό σκασμένο μου δέρμα. Τίς ξεραμέ-
νες σαύρες στήν μέση μου. Τά παραμορφωμένα γυμνά μου πό-
δια μέ τό ‘να δάχτυλο πετσί από κάτω τους, που πατούν τό
σκουπισμένο του πάτωμα. Κάνω χειρονομία δείχνοντας τό κε-
φάλι μου. Αρπάζει ξυράφι. Τόν προλαβαίνω δείχνοντας μόνο
τά μαλλια. Σκέφτεται τά παιδιά του. Πετάει ξυράφι κι αρπάζει
μεγάλο κομμάτι πράσινο σαπούνι. Μού κάνει νόημα νά βγώ
στόν δρόμο. Αφίνει τό σαπούνι στό χώμα δυό μέτρα μπροστά
μου. Δείχνει τόν Πάμισο, τόν ποταμό, που περνάει πλατύς καί
ήρεμος δίπλα στό χωριό μας. Κάνει στροφή καί βροντάει τήν
πόρτα τού κουρείου πίσω του. Σηκώνω σαπούνι καί γλείφω.
Λάδι. Καλό. Μού θυμίζει. Ίσως τηγανητή ξεραμένη σαύρα.
Αλλά μού λείπει τό λεμόνι. Λεμόνι! Κατηφορίζω πρός τόν πο-
ταμό ανάμεσα σέ μποστάνια καί σέ κήπους. Οι λεμονιές τσακι-
στές σαλεύουν στό πρωϊνό αεράκι. Χώνουμαι στό νερό κρατώ-
ντας τό σαπούνι…
Στό κουρείο τού χωριού. Μοσχοβολάω πράσινο σαπούνι ελιάς,
αλλά εξακολουθώ νά μιλάω γλώσσα ουρανού. Μπαίνω. Όλα τά
κεφάλια στρίβουν. Δείχνω πλυμμένα μου μαλλιά, μέση μου χω-
ρίς σαύρες (τίς πέταξα ζητώντας τους συγνώμη που τίς σκότω-
σα άδικα), πόδια μου γυμνά αλλά σκουπισμένα στό ψαθί τής
πόρτας, αχαμνά μου κρυμμένα σέ παλιό σώβρακο που μού ‘ρι-
ξε μιά χριστιανή (δέν λέω πώς, δέν λέω πού). Συμμαθητής μου
κουρέας πιό ήρεμος τώρα. Αλλά δέν μέ καθίζει σέ καρέκλα.
Διατάζει παιδόπουλο βοηθό. Παιδόπουλο πλησιάζει μέ μεγάλο
ψαλλίδι γιά τραγιά. Μέ πάει στήν πίσω αυλή. Μέ γονατίζει.
Μού σκύβει κεφάλι. Πλούσια μαλλιά μου πέφτουν. Μετά γέ-
νια. Μέ βρέχει μέ κουβά. Μέ σαπουνίζει. Μετά ακούω βήματα
συμμαθητή μου. Μού σηκώνει κεφάλι. Μέ τρείς γρήγορες κινή-
σεις μού ξυρίζει σαγόνι. Μ’ ακόμα δυό, μουστάκι. Υπέροχα,
κυκλικά, θερίζει τά στάχια που άφισε τό παιδόπουλο στό κρανί-
ο μου. Μέ ξεπλένει μέ τόν κουβά. Μού πετά κομμάτι πανί νά
σκουπιστώ. Ύστερα μού φορά, ξεχασμένο από χρόνια στήν
κρεμάστρα, χειμωνιάτικο παλτό. Μιά φορά τόν μήνα περνάω
απ’ τό μαγαζί του. Μέ φροντίζει. Μού δίνει λεφτά. Μόλις βγώ
τά πετάω στά παιδιά που μέ παίρνουν από πίσω. Άμα πεινάσω
πάω καί κάθομαι στά σκαλιά ενός σπιτιού. “Ο Άη Γιώργης ο
Γρίτης μάς ήρθε”, λένε από μέσα. Μού δίνουν πιάτο μέ καλό
φαΐ. Φρέσκο ψωμί. Νερό απ’ τό πηγάδι. Τά παιδιά μού κάνουν
συντροφιά. Πώς μ’ αγαπάνε τά παιδιά! Θέλουν νά μού φορέ-
σουν παπούτσια τόν χειμώνα. Δέν μού χρειάζονται αγαπημένα
μου. 40 χρόνια στήν έρημο έχω μάθει ξυπόλυτος. Η μάνα μου
έχει πεθάνει. Τί ωραία κάθε νύχτα στ’ όνειρό μου που μέ ταΐζει
γλυκό! “Φάε τό σταφύλι σου, γιόκα μου, νά γιάνεις”. “Είδες
μάνα”, τής λέω, “είδες που δέν μέ σκότωσε η έρημος;”.
Η δίψα. Θέλω νά μιλήσω εδώ γιά τήν δίψα. Τ΄απόγεμα, καθώς
γέρνει ο κόκκινος ήλιος κι οι γυναίκες μαζεύονται στά πηγάδια.
Τότε μέ πιάνει η δίψα. Τίς πλησιάζω ταπεινά αυτές τίς ιέρειες
μέ τίς μαντήλες καί τά μακρυά σχοινιά που ρίχνουν τό δόλωμα
στή σκοτεινή φωλιά τού νερού. Θυμάμαι: “σύρε νά πιάσεις νε-
ρό μέ τίς ξαδέρφες σου, Γιώργη”, ακούω τήν μάνα μου. Ανα-
στέναζα. “Μάνα, όσο κι άν κουνώ τό σχοινί τό νερό δέν μπαί-
νει μέσ’ στόν κουβά, μάνα μου. Αυτές έχουν τά καλά δολώμα-
τα μέσ’ στίς τσέπες τίς ποδιάς τους καί μέ κοροϊδεύουν. Μήν
μέ ξαναστείλεις στό πηγάδι γιά νά πιάσω νερό, μανούλα μου.
Εγώ είμαι αγόρι!. Εγώ θά βγώ στήν έρημο ν’ ακούσω τήν φω-
νή τού ουρανού!”. Μέ χαιρετούν μέ γέλια. Προσκυνώ καί προ-
χωρώ μέ προσοχή. Αφίνω τρυφερά κάτω τίς βέργες που μάζεψα
στόν δρόμο, αφού γιά τόν κόσμο μιά πράξη αγάπης είναι ίδια
μέ μιά πράξη καί πόσο προσεκτικοί πρέπει νά είμαστε εμείς μέ
τά πράγματα! Μέ φροντίδα πλένω τά πόδια μου στό ρυάκι που
τρέχει καθώς γεμίζουν τίς στάμνες τους. Ύστερα δείχνω τά κα-
θαρά μου πόδια, τίς παλάμες μου χωρίς χώμα, καί χτυπάω σι-
γανά τόν αέρα που μάς χωρίζει σάν ρούχο. “Ανοίξτε νά μπώ”,
λέω, κι εννοώ στόν δικό τους τόν κόσμο, γιατί ποτέ δέν πρέπει
νά τίς θυμώνεις αυτές, τέτοιαν απογευματινή ώρα κοντά στό
νερό. Τούς μιλάω μέ τήν γλώσσα τού ουρανού. Παρακαλώ νά
μού δώσουν νά πιώ. “Έλα νά πιείς, Γιώργη”, μού φωνάζουν μέ
τ’ όνομά μου. Μ’ ευγνωμοσύνη. Ο δότης πρέπει νά είναι ευ-
γνώμων. Αλλά είναι καί σάν μιά ευγένεια  μιά απάντηση σ’ έ-
να σιωπηλό ερώτημα, όπως τό άναμα ενός καντηλιού. Ξεθηλυ-
κώνω απ’ τίς κουμπότρυπες τού παλτού μου τούς σπάγγους που
τά δένουν. Βγάζω απ’ τίς μεγάλες του τσέπες μικρά πολύτιμα
σκεύη. “Βλέπεις μάνα”, σκέφτομαι, “βλέπεις τί ωραίο είναι τό
παλτό που μού χαρίσανε!”. Κρυστάλλινα, γυαλιστερά κουτιά
από γάλα. Τά βάζω στήν σειρά πάνω στό περβάζι. Αστραφτε-
ροί κουβάδες τά γεμίζουν. “Πόσα θά πιεί;”. Μιλάν χαρούμενα
τήν γλώσσα τής γής. Προσεύχομαι σάν στήν έρημο. Ακούω:
σάν τζιτζίκια μέσ’ απ’ τίς ελιές. Σηκώνω τό ποτήρι μου στόν
ουρανό τότε. Δαγκώνω αυτή τήν τρυφερή διάφανη σάρκα. Μα-
λακά τήν δαγκώνω παρακαλώντας την νά χυθεί μέσα μου, ό-
πως οι σκέψεις μου χύνονται στόν κόσμο, όπως μαλακά μού δα-
γκώνει τό μυαλό ο κόσμος χύνοντας μέσα του τίς σκέψεις μου.
“Πόσες σκέψεις έχω κάνει όλη τήν ημέρα μέχρι νά διψάσει, μά-
να!”, λέω, καθώς καταπίνω τό δροσερό σώμα του καί τόν αφίνω
νά μού τίς πάρει γελώντας. “Μά πόσο νερό θά πιεί;”, ρωτάνε.
Γελώντας, η φωνή τής γής, καί ξαφνικά χορταίνω. Κάθομαι ν’
ακούσω τό σφύριγμα τών σχοινιών πάνω στό χαραγμένο βα-
θειά μάρμαρο τού πηγαδιού καί τό πάφλασμα τής υπόγειας θά-
λασσας όταν τήν χτυπάει σάν κεραυνός τό σίδερο. Μαγεμένος
τίς κοιτάζω νά γεμίζουν τά σταμνιά τους. Μέ πόση χαρά τίς υ-
πακούει τό νερό μπαίνοντας στό στενό άνοιγμα!
Τά παιδιά. Φτιάχνω μικρά δεμάτια από κλιματόβεργες που βρί-
σκω στήν άκρη τών δρόμων. Τά μαζεύω στό καλύβι μου. Σιγά
σιγά τό γεμίζουν. Δέν πειράζει. Κοιμάμαι εγώ απ’ έξω. Τά παι-
διά έρχονται καί τό αδειάζουν γιά νά μού γίνει ξανά χώρος.
Μά τά βάζω πάλι τρυφερά μέσα, αφού γιά τόν κόσμο μιά πρά-
ξη αγάπης είναι ίδια μέ μιά πράξη καί πρέπει εμείς νά προσέ-
χουμε τά πράγματα. Μετά, όταν πιάσουν οι βροχές, τά λύνουν
καί τά σκορπούν. “Γιατί, γιατί τό κανει αυτό;”, ρωτούν οι μεγά-
λοι, καθώς μέ βλέπουν νά τίς μαζεύω πάλι σιγά σιγά. “Γιατί εί-
ναι άγιος!”, απαντούν τά παιδιά.
Τά πράγματα. Αφού γιά τόν κόσμο μιά πράξη αγάπης είναι ί-
δια μέ μιά πράξη, μέ πόση αγάπη πρέπει εγώ νά προσέχω τά
πράγματα! Στήν έρημο κατάλαβα ότι αυτή είναι η αποστολή
τών ανθρώπων  νά τά προσέχουν μέ τρυφερές πράξεις. Επειδή
ο κόσμος αποτελείται από αδιάφορες πράξεις μάς πιάνει μιά
νοσταλγική τρυφερότητα γιά τά πράγματα που πλέουν μέσα
του εγκαταλελημένα. Τά μαζεύουμε γύρω μας, τά προστατεύ-
ουμε από τόν κόσμο, θαμπωνόμαστε από τήν ομορφιά τους.
Είμαι ο Άη Γιώργης ο Γρίτης, από τά Ασλάναγα Μεσσηνίας,
κοντά στήν Καλαμάτα. Όταν βγήκα στήν έρημο, στούς Αμ-
μούληδες, άκουσα τήν φωνή τού ουρανού. Ήρθε σάν τζιτζίκια
μέσα στίς ελιές. “Όλα είναι ίδια”, είπε.
Όλα είναι ίδια. Μιά πράξη αγάπης σ’ αυτόν τόν μεγάλο κόσμο
είναι ίδια μέ μιά πράξη. Αυτή είναι η γλώσσα τού ουρανού.
Τρυφερά διαλέγω τίς πράξεις μου.
Ένας σεβασμός. Όταν ακούσεις τήν φωνή τού ουρανού σέ πιά-
νει ένας σεβασμός. Λυτρώνεσαι από τήν αναισχυντία τής πρά-
ξης. Αλλά τότε ηθική, είναι τό πρόσωπο τών πραγμάτων. Ο-
ποιαδήποτε αισθητική είναι δολοφόνος, καί ο φόνος είναι η α-
ναισχυντία τής τρυφερότητάς της, όταν χαϊδεύει τό πρόσωπο
τους.
Άν η έκσταση είναι τό τέλος τής αναπόφευκτης αισθητικής, άν
δηλαδή περνώντας συνεχώς από τό ένα σύστημα αισθητικής σέ
κάποιο άλλο “ευγενέστερο” (μήπως αυτό δέν είναι η μύηση;)
καταλήγουμε στήν έκσταση (σ’ έναν χώρο δηλαδή απαλλαγμέ-
νο ((όπως η ηδονή)) από αισθητική), τότε μπορούμε νά κατα-
λάβουμε σέ τί οφείλεται η αδιαφορία τού κόσμου  ο κόσμος
βρίσκεται διαρκώς σέ έκσταση.
Δέν θά πώ τί μπορεί νά κάνεις στά πράγματα όταν πεινάς ή ό-
ταν επιθυμείς, δέν θά πώ τί μπορεί νά κάνεις στούς ανθρώπους
όταν στρέφεις τό βλέμμα σου πρός τό πρόσωπό τους γιά νά
τούς αγαπήσεις. Επειδή μέσα σ’ αυτόν τόν μεγάλο κόσμο μιά
πράξη αγάπης είναι ίδια μέ μιά πράξη, τρυφερά διαλέγω τίς
πράξεις μου γιά νά μήν τούς πληγώσω.
Θέλω νά μιλήσω γιά τήν Σία. Από μιά υποχρέωση, γιατί ήταν
συγγενής μου, κι από μιά υποχρέωση επειδή πρέπει νά μιλήσω
γιά τήν Μεγίστη που τήν εκφράζει. Η Μεγίστη δέν είναι υπο-
χρέωση, είναι συγγένεια (τήν έχω ονομάσει Μεγίστη καί μάλι-
στα μέ μ κεφαλαίο, δηλαδή Μ, από τόν θαυμασμό που αισθά-
νομαι γιά τήν κρυφή της λειτουργία, δηλαδή τόν όχι εμφανή
καί καθόλου προφανή τρόπο μέ τόν οποίο λειτουργεί συνδέο-
ντας τά πράγματα που αλλιώς θά ταξίδευαν μόνα καί απόκομ-
μένα στόν τεράστιο κόσμο, καί μάλιστα χωρίς νά καταλαβαί-
νουν ούτε τήν μοναξιά τους ούτε τό πόσο βαθειά καί χωρίς ελ-
πίδα είναι αποκομμένα, δηλαδή διπλά καί ίσως τριπλά καί τε-
τραπλά ((καί άν κάτσω νά εκτιμήσω υπομονετικά δέν ξέρω σέ
ποιόν βαθμό πολλαπλότητας θά φτάσω)) ξεγελασμένα). Αλλά
όχι συγγένεια σάν τήν άλλη συγγένεια. Η άλλη συγγένεια
είναι συγγένεια τού αίματος, ενώ η Μεγίστη είναι συγγένεια
ούτε ξέρω τί είδους, γιατί μπορεί νά συγγενέψει δυό πλάσματα
από μιά τυχαία αφορμή, ακόμα καί από μιά αφορμή που μπο-
ρεί νά βρεί σέ δυό εχθρικά πλάσματα, δηλαδή τό ένα σέ εντε-
λώς εχθρική κατάσταση ώς πρός τό άλλο, που ούτε κατάλαβαν
ότι συγγένεψαν τήν στιγμή (όταν αυτή η συγγένεια γιά τήν ο-
ποία μιλάω βρήκε αυτή τήν καθοριστική αφορμή) τής συγγέ-
νειας μεταξύ τους καί που δέν τά εμποδίζει καθόλου (αυτή η
συγγένεια) νά εκδηλώνουν τήν έχθρα τους, όπως ίσως θά
φανταζόταν κανείς, εξ αιτίας της. Ακόμα καί μέσα στό ίδιο
πλάσμα, διαφορετικές καταστάσεις θά μπορούσαν νά συγγενέ-
ψουν εξ αιτίας της, καί νά αναδυθούν (ενώ πρίν μπορεί νά μήν
ήταν καθόλου αναδυμένες, νά μήν ήξεραν κάν τόν τόν εαυτό
τους καί πολύ περισσότερο τήν άλλη κατάσταση μέ τήν οποία
πρόκειται τώρα νά συγγενέψουν εξ αιτίας αυτής τής αφορμής
που βρέθηκε τυχαία), αυτές οι καταστάσεις, μέ μιά διαδικασία
π.χ. συμπάθειας ή αγάπης ή αδιαφορίας ή εχθρότητας, οπότε
αυτή η συγγένεια γιά τήν οποία μιλάω θά μπορούσε τότε νά
χαρακτηριστεί θετική ή αδιάφορη ή αρνητική, χωρίς νά συμβεί
όμως τίποτα που νά αλλάζει σημαντικά τήν γενική κατάστασή
αυτού τού πράγματος τού οποίου δύο τουλάχιστον, όπως είπα,
καταστάσεις άλλαξαν συμπεριφορά εξ αιτίας τής συγγένειας
τήν οποία περιγράφω εδώ καί κάμποση ώρα, καί επειδή δέν έ-
χει αλλάξει σημαντικά η γενική κατάστασις αυτού τού πράγ-
ματος τού οποίου δύο τουλάχιστον, όπως, υπενθυμίζω, κατα-
στάσεις εμφανίστηκαν μέ μιά διαδικασία αγάπης ή συμπά-
θειας ή εχθρότητας, δηλαδή μέ μιάν θετική ή αδιάφορη ή αρ-
νητική συγγένεια, γι’ αυτό δέν μπορεί καί τόσο ευκολα νά υ-
ποστηριχτεί ότι πρόκειται γιά τό Α ή τό Β πράγμα ή γιά κάποιο
πράγμα γενικά, από τά αποτελέσματα που παρατηρούμε στίς
καταστάσεις αυτού τού πράγματος οι οποίες συγγενεύουν εξ
αιτίας της. Γι’ αυτό ενώ μπορούμε εύκολα νά βρούμε ίχνη αυ-
τής τής συγγένειας που περιέγραψα πιό πάνω, είναι δύσκολο
άν όχι αδύνατο νά βρούμε τό ίδιο τό πράγμα, δηλαδή από ποιό
πράγμα έχει αρπάξει αυτή η συγγένεια έστω δυό καταστάσεις
που συνέχιζαν έναν δικό τους δρόμο μέχρι τώρα καί μέ μιά α-
φορμή τίς έβαλε νά συγγενέψουν, γιατί η μεταβολή του δέν εί-
ναι σοβαρή ώστε ν’ αρχίσει τίς φωνές γι’ αυτό που τού συ-
νέβει, αλλά κι άν τίς άρχιζε πόσο απλό θά ήταν νά τίς μπερδέ-
ψει κανείς, ακόμα κι άν είναι ένας πεπειραμένος ερευνητής, μέ
τήν συμπεριφορά τών καταστάσεών του που έχουν κιόλας συγ-
γενέψει!  π.χ. εγώ κι ο εαυτός μου, δυό εντελώς εχθρικές κατα-
στάσεις δημιουργημένες ακριβώς εξ αιτίας αυτής τής συγγέ-
νειας η οποία όμως δέν άλλαξε σοβαρά τήν γενική κατάσταση
κανενός πράγματος, γιατί ποιανού πράγματος θά μπορούσαμε
νά πούμε ότι καταστάσεις είμαι εγώ κι ο εαυτός μου; (επειδή
είμαστε απελπισμένα εχθρικοί συγγενείς μεταξύ μας εξ αιτίας
τής Μεγίστης, που όμως αυτή (η Μεγίστη) δέν κατάφερε νά
μεταβάλλει σοβαρά τήν γενική κατάσταση τού πράγματος τού
οποίου είμαστε καταστάσεις εγώ κι ο εαυτός μου, καθώς τό τρι-
γύριζε γιά νά βρεί τήν αφορμή νά συγγενέψει έστω καί δυό κα-
ταστάσεις του, μέ αποτέλεσμα, όταν έκανε τήν δουλειά της η
Μεγίστη συγγενεύοντάς μας, εμένα καί τόν εαυτό μου επω-
φελούμενη από τήν αφορμή που τελικά ανακάλυψε, νά μήν ξέ-
ρουμε ποιανού πράγματος είμαστε καταστάσεις αφού αυτό δέν
αντέδρασε καθόλου ούτε θετικά ούτε αρνητικά ούτε αδιάφορα
ούτε εκ τών προτέρων ούτε εκ τών υστέρων ούτε προθύστερα).
Η συγγένεια εκδηλώνεται.
Η συγγένεια εκδηλώνεται επειδή υπάρχει, καί μιλάω γι’ αυτήν
τήν Μεγίστη συγγένεια, άν καί δέν φαίνεται τόσο καλά αυτή
αλλά οι αφορμές τίς οποίες εκμεταλλεύεται γιά νά συγγενέψει
τά πράγματα.
Αυτή που δέν κοίταζε ποτέ τίποτα, μέ είχε κοιτάξει γιατί τής
πήγαινα εφημερίδες. Οι εφημερίδες ήταν τό μοναδικό πάθος
τής ζωής της. Τί διάβαζε εκεί μέσα αφού ήταν αγράμματη; Μέ
μιά σοβαρότητα άνοιγε τήν εφημερίδα καί βυθίζονταν. Γιά ώ-
ρες τήν διάβαζε καί μετά τήν τοποθετούσε προσεκτικά μαζύ μέ
τίς άλλες. Φαίνεται ότι έχουν οι εφημερίδες σπουδαία πράγμα-
τα που δέν τά ‘χουμε ανακαλύψει ακόμη. Μόνο σ΄ έναν Όσιο
αποκαλύπτονται. Γύρναγε ξυπόλυτη στούς δρόμους τού χωριού,
πηγαίνοντας επισκέψεις από συγγενικό σπίτι σέ συγγενικό σπί-
τι, μέ τά γκρίζα της μαλλιά νά επιπλέουν στόν αέρα, κι ένα επί-
σης γκρίζο μακρύ φουστάνι 30 ετών νά επιπλέει στόν αέρα, καί
έσπρωχνε τήν πόρτα τής αυλής καί μετά πήγαινε στήν πόρτα
τού καθιστικού χωρίς νά μπαίνει ποτέ μέσα κι έλεγε: “καλημέ-
ρα θεία, δώσ’ μου μιά φιρδιμίρδα”. Έτσι τήν έλεγε: φιρδιμίρδα.
Οι εφημερίδες ήταν σπάνιες στό χωριό τότε, Άρης ή Ασλάναγα
Μεσσηνίας κοντά στήν Καλαμάτα, μέ τόν ωραιότερο σταθμό
τραίνου, δίπλα στόν Πάμισο, τό αρχαίο ποτάμι. Ο Πάμισος ή-
ταν ένας θεός ποταμίσιος κι εκεί πήγαινε η Σία πολλές φορές
καί κάθονταν στά χόρτα δίπλα στό νερό καί διάβαζε τίς εφημε-
ρίδες της. Μια φορά είχα πάρει τήν πλάβα ενός φίλου μου τού
χωριού κι έκανα βόλτες πλάϊ στό φράγμα που τά νερά ήταν ση-
κωμένα καί βαθειά καί τό ποτάμι αργοκυλούσε, όταν άκουσα
τήν απελπισμένη φωνή ενός βατράχου που ούρλιαζε, άν μπο-
ρούμε νά χρησιμοποιήσουμε αυτόν τόν όρο που ταιριάζει μόνο
σέ ανθρώπους που έχουν πέσει σέ ένα είδος φοβερής απελπισί-
ας, καί σέ λάμιες που παραμονεύουν τίς νύχτες μέ τό φεγγα-
ρόφωτο στούς βάλτους καί ξεπλανεύουν μέ τό ουρλιαχτό τους,
που έχει μιά φιλήδονη γλύκα από άλλους κόσμους, τούς ταξι-
διώτες, αλλά αυτός ο βάτραχος ανάμεσα στό ουρλιαχτό έβγαζε
καί τεράστιες κραυγές που έδειχναν ότι τόν απειλούσε ένας
φριχτός θάνατος, γιατί ποιό ζώο, εκτός απ’ τά σκυλιά που η
συμβίωσή τους μέ τόν άνθρωπο που τά εκμεταλλεύεται τά έχει
φτάσει σέ απίστευτα επίπεδα κληρονομικής βλακείας, θά έβγα-
ζε τέτοιες κραυγές από χαρά επειδή έβλεπε τόν αφέντη του;, η
χαρά στά περισσότερα ζώα καί μάλιστα στά αμφίβια είναι σιω-
πηλή, εκτός από τό κάλεσμα τού ερωτικού συντρόφου που εκεί
εκφράζεται μιά προθύστερη χαρά, καί τό ίδιο τό ζευγάρωμα εί-
ναι σιωπηλό εκτός ίσως από ένα δυό μουγκρητά στίς κορυφώ-
σεις τού πάθους, άρχισα νά ψάχνω λοιπόν στήν όχθη νά βρώ
τόν βάτραχο, στήν αρχή ήταν όλα πράσινα καί δέν έβλεπα τί-
ποτα, αλλά μετά είδα μιά σκηνή που μού ‘κοψε τό αίμα.
Γιάννη Σ. Χρυσούλη “Οι σημειώσεις ενός ανθρώπου”.